Σε μια χώρα που πασχίζει ακόμα να επουλώσει τις πληγές του καταστροφικού εμφυλίου πολέμου, οποιαδήποτε πρόταση για τη χρησιμοποίηση του εθνικού στρατού (LAF) σε μια κατά μέτωπο εσωτερική σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ ισοδυναμεί με άναμμα σπίρτου μέσα σε πυριτιδαποθήκη.
Η διαρροή ενός άκρως απόρρητου σχεδίου για τη συγκρότηση μιας «ειδικής μονάδας» εντός των ενόπλων δυνάμεων του Λιβάνου, με αποκλειστική αποστολή την καταδίωξη και τον αφοπλισμό της σιιτικής οργάνωσης, έχει προκαλέσει ισχυρό πολιτικό σεισμό στη Βηρυτό, αναφέρει το Λιβανέζικο μέσο MTV.
Το σχέδιο αυτό δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή τεχνική πρόταση ασφαλείας, αλλά ως μια εξαιρετικά επικίνδυνη στρατηγική ανατροπή που απειλεί να διαλύσει τη δομή του κράτους και να ξυπνήσει τα φαντάσματα του 1990.
Οι πρώτες πληροφορίες άρχισαν να κυκλοφορούν σε πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους αμέσως μετά τον πρόσφατο πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ και τις επακόλουθες διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός, σύμφωνα την Αn-nahar.
Το σχέδιο συνδέεται άμεσα με την κλιμακούμενη πίεση της Ουάσιγκτον να περάσει ο Λίβανος σε μια νέα φάση, με οριστικό τέλος στην ύπαρξη όπλων εκτός κρατικού ελέγχου.
Η εν λόγω «ειδική ταξιαρχία» σχεδιάζεται να λειτουργεί ουσιαστικά αυτόνομα, εκτός της παραδοσιακής ιεραρχίας του λιβανέζικου στρατού, και να τελεί υπό την άμεση εποπτεία Αμερικανών συμβούλων, γεγονός που παραπέμπει στη δημιουργία ενός παραστρατιωτικού σώματος «μέσα» στον εθνικό στρατό.
Το υπαρξιακό ρίσκο και οι μνήμες του 1983
Η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων του Λιβάνου εκφράζει την πλήρη και κατηγορηματική αντίθεσή της σε αυτό το αμερικανικό εγχείρημα. Ο στρατός αποτελεί τον τελευταίο θεσμό που διατηρεί την θρησκευτική και κοινωνική ισορροπία στη χώρα. Μια εσωτερική σύγκρουση θα οδηγούσε σε άμεση διάσπαση του στρατεύματος, καθώς χιλιάδες σιίτες αξιωματικοί και στρατιώτες θα αρνούνταν να στρέψουν τα όπλα εναντίον της δικής τους κοινότητας.
Οι αναλυτές επαναφέρουν στη μνήμη την τραγωδία του 1983, όταν η Τέταρτη Ταξιαρχία Πεζικού κατέρρευσε και διαλύθηκε λόγω των θρησκευτικών διαχωρισμών κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, σηματοδοτώντας την πλήρη αποσύνθεση της κρατικής οντότητας.
Το «σιιτικό δίδυμο» (Χεζμπολάχ και Κίνημα Αμάλ) ξεκαθάρισε ότι θεωρεί τη σχεδιαζόμενη μονάδα ως έναν «νέο Στρατό του Νότιου Λιβάνου» —μια ευθεία αναφορά στην πολιτοφυλακή του Αντουάν Λαχάντ που είχε συνεργαστεί με το Ισραήλ κατά τη διάρκεια της κατοχής— προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε τέτοια δύναμη θα αντιμετωπιστεί ως εχθρική και προδοτική.
Παρασκήνιο, ρεαλισμός και η επόμενη ημέρα
Παρά την οργισμένη δημόσια ρητορική, η Χεζμπολάχ επιδεικνύει μια απρόσμενη πολιτική πραγματικότητα στο παρασκήνιο. Μετά τον τελευταίο πόλεμο, η οργάνωση προχωρά σε στρατηγική αναθεώρηση του οπλοστασίου της, καθώς οι βαρείς βαλλιστικοί πύραυλοι δεν προσέφεραν την αναμενόμενη αποτροπή απέναντι στην ισραηλινή αεροπορική υπεροχή, σε αντίθεση με τα φθηνά και ευέλικτα drones.
Η Χεζμπολάχ εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει την αναδιοργάνωση και τον έλεγχο των βαρέων όπλων της, αρκεί αυτό να γίνει στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εθνικής και περιφερειακής συμφωνίας και όχι με τη βία.
Η διαρροή αυτού του σχεδίου αποτελεί κυρίως ένα μέσο πίεσης των ΗΠΑ προς τη Χεζμπολάχ, ώστε να προχωρήσει σε σταδιακές υποχωρήσεις. Η πλήρης εφαρμογή του θεωρείται απίθανη, καθώς η διεθνής κοινότητα γνωρίζει ότι η διάλυση του λιβανέζικου στρατού θα μετέτρεπε τη χώρα σε ένα απέραντο πεδίο χάους, δημιουργώντας έναν ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο για την ασφάλεια της περιοχής.