Η Ρωσία θα μπορούσε να εξαπολύσει επίθεση εναντίον του ΝΑΤΟ από το 2030, προειδοποίησε ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, επικαλούμενος πρόσφατες αξιολογήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών της χώρας του αλλά και άλλων συμμάχων.
Μιλώντας από τις εγκαταστάσεις αμυντικής βιομηχανίας στο Ουίλσαϊρ, ο επικεφαλής της κυβέρνησης των Εργατικών τόνισε ότι διανύουμε την πιο επικίνδυνη και αβέβαιη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας και επεσήμανε ότι αποτελεί βασική ευθύνη του Λονδίνου να είναι έτοιμο για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Η δήλωση αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με την αντίστοιχη προειδοποίηση του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος είχε εκτιμήσει ότι η Μόσχα ενδέχεται να είναι έτοιμη για στρατιωτική δράση κατά της Συμμαχίας μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
Η αυξανόμενη αυτή απειλή αναγκάζει το Ηνωμένο Βασίλειο να αναθεωρήσει την αμυντική του πολιτική, καθώς τα προηγούμενα χρόνια οι στρατιωτικές του δυνατότητες είχαν υποχωρήσει λόγω χαμηλών επενδύσεων. Ο Στάρμερ ανακοίνωσε ότι το νέο επενδυτικό σχέδιο για την άμυνα θα δημοσιευτεί τελικά πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στις αρχές Ιουλίου.
Η παρουσίαση του σχεδίου είχε καθυστερήσει λόγω δημοσιονομικών πιέσεων που επιτάχυνε η κρίση στη Μέση Ανατολή, προκαλώντας έντονες ανησυχίες σε ανώτατους στρατιωτικούς κύκλους, οι οποίοι φοβούνταν ότι η κωλυσιεργία έστελνε λάθος μήνυμα στους συμμάχους και στην εγχώρια πολεμική βιομηχανία.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο αρχηγός του γενικού επιτελείου εθνικής άμυνας, Ρίτσαρντ Νάιτον, χτύπησε καμπανάκι κινδύνου, υπογραμμίζοντας ότι η Βρετανία πρέπει να δαπανήσει περισσότερα χρήματα για την ασφάλειά της και μάλιστα με πολύ ταχύτερους ρυθμούς.
Όπως εξήγησε, η Ρωσία ήδη εξερευνά και δοκιμάζει τις δυτικές άμυνες, γεγονός που σημαίνει ότι οι ένοπλες δυνάμεις πρέπει να προετοιμαστούν για μαζικές συρράξεις μεγάλης διάρκειας, στα πρότυπα του πολέμου στην Ουκρανία.
Για τον λόγο αυτό, ζήτησε άμεση ενίσχυση των κονδυλίων για drones και αυτόνομα συστήματα, με τη Βρετανία να έχει ήδη δεσμευτεί να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο δυόμισι τοις εκατό του ΑΕΠ έως το 2027 και στο τρία τοις εκατό μετά το 2029.