Λίγο πριν ανακοινώσει την ξαφνική ακύρωση των αμερικανικών στρατιωτικών πληγμάτων κατά του Ιράν λόγω προόδου στις διαπραγματεύσεις, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, άνοιξε τα χαρτιά του για τους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο κατάληψης της νήσου Χαργκ στο μέλλον.
Η τοποθέτηση αυτή έστρεψε ξανά τα βλέμματα στο συγκεκριμένο νησί του Περσικού Κόλπου, το οποίο αποτελεί την «καρδιά» της ιρανικής οικονομίας. Αν και μικρό σε έκταση, διαχειρίζεται περίπου το 90% των εξαγωγών αργού πετρελαίου της χώρας, με τη δυνατότητα να φορτώνει έως και 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως – κυρίως προς τις ασιατικές αγορές και την Κίνα.
Η τεράστια γεωγραφική του αξία οφείλεται στα βαθιά νερά που το περιβάλλουν, τα οποία επιτρέπουν την προσέγγιση γιγαντιαίων υπερδεξαμενόπλοων, κάτι αδύνατο για τις ρηχές ιρανικές ακτές.
Μιλώντας στο Fox News, ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι η κατάληψη της Χαργκ ήταν πάντα η προσωπική του επιλογή, εκφράζοντας ωστόσο επιφυλάξεις για το αν οι ΗΠΑ είναι έτοιμες για μια τέτοια κίνηση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο αμερικανικός στρατός είχε ήδη πλήξει στρατιωτικούς στόχους στο νησί την περασμένη άνοιξη, ενώ στο τραπέζι είχε βρεθεί ακόμα και το σενάριο απόβασης χερσαίων δυνάμεων.
Ωστόσο, μια τέτοια επιχείρηση κρύβει τεράστιους κινδύνους. Παρότι η κατάληψη του νησιού εκτιμάται ως μια σχετικά εύκολη στρατιωτική αποστολή, η διατήρηση του ελέγχου του θα ήταν εξαιρετικά σύνθετη.
Στρατιωτικοί αναλυτές, ανάμεσά τους και ο πρώην διοικητής της CENTCOM, στρατηγός Τζόζεφ Βότελ, προειδοποιούν ότι θα απαιτούνταν μόνιμη παρουσία έως και 1.000 στρατιωτών, οι οποίοι θα μετατρέπονταν σε εύκολους στόχους για τα ιρανικά drones και τους πυραύλους.
Επιπλέον, ένα τέτοιο χτύπημα στον ενεργειακό πυρήνα του Ιράν θα μπορούσε να πυροδοτήσει σφοδρά αντίποινα εναντίον των πετρελαϊκών υποδομών ολόκληρου του Περσικού Κόλπου, προκαλώντας παγκόσμιο οικονομικό σοκ με κατακόρυφη αύξηση της τιμής του πετρελαίου και παρατείνοντας τη σύγκρουση αντί να τη γεφυρώσει.