Προς μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα: Οι προκλήσεις της Ουάσιγκτον μετά τη σύγκρουση με το Ιράν

 
ηπα

Ενημερώθηκε: 17/06/26 - 20:34

Η πρόσφατη συμφωνία των ΗΠΑ με το Ιράν δεν είναι μια μεγάλη επιτυχία, αλλά η συγκάλυψη μιας βαριάς στρατιωτικής αποτυχίας. Αυτό υποστηρίζει σε άρθρο της η Jennifer Kavanagh, διευθύντρια στρατιωτικής ανάλυσης στο Defense Priorities.

Η έγκριτη αναλύτρια εξηγεί ότι ο πόλεμος που ξεκίνησε ο Ντόναλντ Τραμπ τον περασμένο Φεβρουάριο εξελίχθηκε σε πανωλεθρία, η οποία αναμένεται να αλλάξει οριστικά τις ισορροπίες στον κόσμο και να αναγκάσει την Αμερική να υποχωρήσει από τον ρόλο του παγκόσμιου ηγέτη.

Μια στρατηγική και τακτική πανωλεθρία

Σύμφωνα με την Kavanagh, η «Επιχείρηση Epic Fury» εξελίχθηκε χειρότερα από κάθε απαισιόδοξη προσομοίωση του Πενταγώνου. Τρεις μήνες μετά, κανένας από τους αντικαιμενικούς σκοπούς της Ουάσιγκτον δεν επετεύχθη, καθώς το ιρανικό καθεστώς δεν ανατράπηκε, το πυρηνικό του πρόγραμμα έμεινε ανέπαφο και η Τεχεράνη διατήρησε το 70% του πυραυλικού της οπλοστασίου και των drones της.

Την ίδια στιγμή, το Στενό του Χορμούζ —από όπου διέρχεται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου— παραμένει ουσιαστικά κλειστό για τη διεθνή ναυσιπλοΐα λόγω των εύλογων ανησυχιών των ναυτιλιακών εταιρειών, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού να αποκαταστήσει την κυκλοφορία.

Το κρυφό κόστος και οι συνέπειες για την Ταϊβάν

Η αναλύτρια αποκαλύπτει ότι το πραγματικό κόστος των πρώτων 40 ημερών του πολέμου αγγίζει τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια, αν συνυπολογιστούν οι εκτεταμένες καταστροφές σε 16 αμερικανικές βάσεις στην περιοχή και η απώλεια 42 πολεμικών αεροσκαφών.

Ωστόσο, η σοβαρότερη επίπτωση αφορά τη δραματική εξάντληση των αμερικανικών αποθεμάτων, καθώς χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 1.000 πύραυλοι Tomahawk και αναλώθηκε σχεδόν το 50% των προηγμένων συστημάτων αεράμυνας Patriot και THAAD.

Όπως παραδέχθηκε στο Κογκρέσο ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, η αναπλήρωση αυτών των όπλων θα απαιτήσει χρόνια. Αυτό δημιουργεί ένα τεράστιο κενό ασφαλείας, καθώς σε περίπτωση που η Κίνα αποφασίσει να επιτεθεί άμεσα στην Ταϊβάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν πλέον το απαραίτητο οπλοστάσιο για να παρέμβουν και θα αναγκαστούν να παραμείνουν θεατές.

Το ίδιο ισχύει και για μια πιθανή μεγάλη σύγκρουση στην Ευρώπη, με το ΝΑΤΟ να ενημερώνεται ήδη για επ' αόριστον καθυστερήσεις στις παραδόσεις αμερικανικών όπλων.

Η μόνη διέξοδος είναι η ελεγχόμενη υποχώρηση

Η Kavanagh τονίζει ότι η αμερικανική οικονομία, επιβαρυμένη με εθνικό χρέος που ξεπερνά το 100% του ΑΕΠ και με τον πληθωρισμό να καλπάζει λόγω των τιμών της ενέργειας, δεν μπορεί να συντηρήσει τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα. Προειδοποιεί μάλιστα ότι αν η Ουάσιγκτον δεν αποδεχθεί την πραγματικότητα, θα υποστεί μια ταπεινωτική, αναγκαστική υποχώρηση που θα επιβληθεί από τους αντιπάλους της.

Η μοναδική ορθολογική λύση είναι μια στρατηγική διαχειριζόμενης αναδίπλωσης. Αυτό προϋποθέτει τον περιορισμό των εθνικών συμφερόντων αποκλειστικά στην προστασία της αμερικανικής επικράτειας και την πρόσβαση στις αγορές, γεγονός που επιτρέπει την αποχώρηση των δυνάμεων από τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, καθώς και το κλείσιμο των εκεί μόνιμων βάσεων.

Παράλληλα, απαιτείται μια αυστηρή, παραδοσιακή ερμηνεία του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ που θα μειώνει τις υποχρεώσεις των ΗΠΑ. Στην Ασία, η Ουάσιγκτον οφείλει να δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν θα πολεμήσει για την Ταϊβάν, να τερματίσει τις αμυντικές εγγυήσεις προς Φιλιππίνες, Ταϊλάνδη και Νότια Κορέα, και να συμπτύξει τις δυνάμεις της στη δεύτερη γραμμή νησιών, κοντά στη βόρεια Ιαπωνία.

Η περίοδος της αμερικανικής αυτοκρατορίας τελείωσε, υπογραμμίζει η Kavanagh. Αν και το μέλλον θα είναι λιγότερο άνετο για την Ουάσιγκτον, μια έγκαιρη και ορθά σχεδιασμένη γεωπολιτική σύμπτυξη μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν μια ισχυρή και ασφαλής δύναμη στον σύγχρονο, πολυπολικό κόσμο.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ