Η ιστορική φράση του πρώτου γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, λόρδου Χέιστινγκς Ισμέι, ότι σκοπός της Συμμαχίας ήταν «να κρατήσει τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω», αποκτά νέα επικαιρότητα καθώς οι ηγέτες των κρατών-μελών συγκεντρώνονται στην Άγκυρα για τη Σύνοδο Κορυφής, εν μέσω αυξανόμενων αμφιβολιών για τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στο ΝΑΤΟ.
Ήδη από την πρώτη προεδρική του θητεία, ο Ντόναλντ Τραμπ αμφισβήτησε ανοιχτά τον τρόπο λειτουργίας της Συμμαχίας, υποστηρίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές χώρες επωφελούνται επί δεκαετίες από την αμερικανική στρατιωτική προστασία χωρίς να συμβάλλουν επαρκώς στις αμυντικές δαπάνες τους. Η προσέγγιση αυτή ενίσχυσε τις ανησυχίες για την αξιοπιστία της αμερικανικής δέσμευσης στο Άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας.
Με την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, η ρητορική μετατράπηκε σε πολιτική πράξη. Η αναθεώρηση της αμερικανικής στάσης απέναντι στην Ουκρανία, η προσωρινή αναστολή στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο, οι μονομερείς πρωτοβουλίες σε ζητήματα όπως το Ιράν και η Γροιλανδία, αλλά και η επιβολή εμπορικών δασμών, ενίσχυσαν τον προβληματισμό των Ευρωπαίων συμμάχων για την πορεία των διατλαντικών σχέσεων.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Χάγη αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς οι σύμμαχοι συμφώνησαν να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες, ανεβάζοντας τον στόχο από το 2% στο 5% του ΑΕΠ, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν τη συνοχή της Συμμαχίας και να ανταποκριθούν στις αμερικανικές απαιτήσεις.
Νέες εντάσεις προκάλεσε και η στάση των ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στη σύγκρουση με το Ιράν. Η άρνησή τους να συμμετάσχουν στις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Ουάσιγκτον, με τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μείωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, υπογραμμίζοντας ότι η στήριξη των ΗΠΑ προς το ΝΑΤΟ «δεν μπορεί να είναι μονόδρομος».
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον έχει ήδη ανακοινώσει την απόσυρση μέρους των αμερικανικών δυνάμεων από τη Γερμανία, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη συνολική επανεξέταση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν επιταχύνει τις προσπάθειες της Ευρώπης για μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία. Χώρες όπως η Γερμανία, η Πολωνία και η Εσθονία αυξάνουν σημαντικά τις αμυντικές τους επενδύσεις, αναγνωρίζοντας ότι η αμερικανική στρατιωτική στήριξη δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.
Παρότι η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ θα απαιτούσε έγκριση από το Κογκρέσο και δεν μπορεί να αποφασιστεί μονομερώς από τον πρόεδρο, αναλυτές εκτιμούν ότι η διαρκής αμφισβήτηση της Συμμαχίας και η αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμμάχων ενδέχεται να έχουν ήδη περιορίσει την αποτρεπτική ισχύ της στην πράξη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Σύνοδος Κορυφής στην Άγκυρα θεωρείται κρίσιμο τεστ για τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιχειρούν να αποδείξουν ότι υλοποιούν τις δεσμεύσεις τους για ενίσχυση της άμυνας, ενώ ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους με την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να ζητά περισσότερα από τους συμμάχους, συνοψίζοντας τις απαιτήσεις του σε μία λέξη: «αφοσίωση».