Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε στις Βρυξέλλες την τρίτη κατά σειρά έκθεσή της για τη δημογραφική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιβεβαιώνοντας ότι ο πληθυσμός της γηράσκει, οι γεννήσεις μειώνονται και η συρρίκνωση αποτελεί πλέον νομοτέλεια για τις επόμενες δεκαετίες.
Το κείμενο, το οποίο συνέταξε το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC), αναδεικνύει τη δημογραφική αλλαγή όχι ως ένα μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά ως έναν παράγοντα που πρέπει να διαπερνά κάθε κεντρική πολιτική απόφαση της Ένωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο πληθυσμός της ΕΕ βρίσκεται σήμερα στο ιστορικό του ζενίθ, αγγίζοντας τα 450,6 εκατομμύρια. Η κορύφωση αναμένεται το 2029 στα 453,3 εκατομμύρια, για να ακολουθήσει μια σταδιακή φθίνουσα πορεία που θα ρίξει τον πληθυσμό στα 445 εκατομμύρια το 2050 και στα 398,8 εκατομμύρια το 2100. Αυτή η συνολική συρρίκνωση κατά 11,7% θα επαναφέρει τα πληθυσμιακά μεγέθη της Ένωσης στα επίπεδα των τελών της δεκαετίας του 1970.
Η ψαλίδα ανάμεσα στη μακροζωία και την υπογεννητικότητα
Η δημογραφική εξίσωση της Ευρώπης καθορίζεται από δύο εκ διαμέτρου αντίθετες τάσεις: την εντυπωσιακή αύξηση του προσδόκιμου ζωής και την κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων.
Το προσδόκιμο ζωής διαμορφώθηκε στα 81,5 έτη (84,1 για τις γυναίκες και 78,9 για τους άνδρες), με τις προβλέψεις να δείχνουν ότι μέχρι το τέλος του αιώνα οι γυναίκες θα ξεπερνούν τα 90 έτη και οι άνδρες τα 86 σε όλα τα κράτη-μέλη. Αν και η στροφή προς μια «κοινωνία της μακροζωίας» αποτελεί ιστορική κατάκτηση, η βάση της ηλικιακής πυραμίδας αδυνατεί να ανανεωθεί.
Ο δείκτης γονιμότητας έχει υποχωρήσει στο 1,34, πολύ κάτω από το 2,1 που απαιτείται για τη σταθερότητα του πληθυσμού. Ενδεικτικά, οι γεννήσεις μειώθηκαν σχεδόν στο μισό σε σύγκριση με το 1964, πέφτοντας στα 3,55 εκατομμύρια. Από το 2012 και μετά, ο δείκτης φυσικής μεταβολής είναι αρνητικός, πράγμα που σημαίνει ότι η όποια πληθυσμιακή ισορροπία στηρίζεται αποκλειστικά στη μετανάστευση. Η έκθεση παραδέχεται με ειλικρίνεια ότι τα αίτια της υπογεννητικότητας παραμένουν εν πολλοίς ακατανόητα, καθώς ακόμη και οι σκανδιναβικές χώρες με τα πανίσχυρα κοινωνικά κράτη καταγράφουν κάμψη.
Πιέσεις στην αγορά εργασίας και το μοντέλο της προσαρμογής
Οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της γήρανσης αναμένονται καταιγιστικές. Μέχρι τα μέσα του αιώνα, οι πολίτες άνω των 65 ετών θα αποτελούν το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού, ενώ ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων θα ξεπεράσει το 50% σε 13 χώρες.
Αυτό μεταφράζεται σε απώλεια περίπου 1,2 εκατομμυρίων ατόμων εργάσιμης ηλικίας ετησίως μέχρι το 2050. Η μετανάστευση μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα που επιβραδύνει την κατάσταση, αλλά δεν αρκεί για να ανατρέψει τη γενική πορεία, την ώρα μάλιστα που οι παράτυπες διελεύσεις στα σύνορα μειώνονται.
Το μεγάλο συμπέρασμα της Κομισιόν είναι ότι ο στόχος πλέον δεν είναι η αναστροφή της τάσης, αλλά η διαχείριση και η προσαρμογή σε μια μικρότερη και γηραιότερη κοινωνία.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης επιστρατεύεται μια δέσμη ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών:
- Η Εργαλειοθήκη Δημογραφίας
- Το Ευρωπαϊκό Σχέδιο για Οικονομικά Προσιτή Στέγαση
- Η Στρατηγική για τη Διαγενεακή Δικαιοσύνη
- Η Στρατηγική κατά της Φτώχειας
- Η «Ένωση Δεξιοτήτων» και η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τη Φροντίδα
Η στρατηγική εστιάζει στην ενεργοποίηση του 20% του εργατικού δυναμικού που σήμερα μένει εκτός αγοράς, στη μείωση του έμφυλου χάσματος στην απασχόληση (που παραμένει στο 10,1%), στην παράταση του εργασιακού βίου και στην ενσωμάτωση της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, αν και η αποτελεσματικότητα της τελευταίας στην κάλυψη των κενών παραμένει αβέβαιη.
Το αδιέξοδο των νέων γενεών
Η έκθεση χτυπά καμπανάκι για την οικονομική ασφυξία των νέων, συνδέοντάς την άμεσα με την αναβολή της δημιουργίας οικογένειας. Τα ποσοστά φτώχειας στους νέους 25-29 ετών διπλασιάστηκαν σε σχέση με τη γενιά του 1960, φτάνοντας το 22,3%. Παράλληλα, οι μισοί νέοι ηλικίας 18-34 ετών αναγκάζονται να μένουν στο πατρικό τους, ενώ η ιδιοκατοίκηση στις ηλικίες 25-35 έκανε βουτιά κατά 16,3% τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Αυτή η γενιά καλείται να εργαστεί περισσότερα χρόνια, με μικρότερες προσδοκίες για τις συντάξεις της και με δυσπρόσιτη στέγη, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για «διαγενεακή δικαιοσύνη», ώστε οι σημερινές αποφάσεις να μην υποθηκεύουν το μέλλον των επόμενων γενεών.
Η επόμενη μέρα βρίσκει την ΕΕ να εντάσσει τη δημογραφική πολιτική στα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια του επόμενου προϋπολογισμού (2028-2034). Η τελική διαπίστωση, ωστόσο, παραμένει γλυκόπικρη: η Ευρώπη έχει αναπτύξει κορυφαία εργαλεία για να χαρτογραφεί με ακρίβεια τη γήρανσή της, αλλά στερείται των μέσων που θα μπορούσαν να αλλάξουν την πορεία της.