Ένα ασυνήθιστο διπλωματικό παρασκήνιο φαίνεται πως εκτυλίχθηκε τις τελευταίες ημέρες μεταξύ Ουάσινγκτον και Ιερουσαλήμ, όταν ισραηλινά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, επρόκειτο να μεταβεί τη Δευτέρα στην Ουάσινγκτον για συνάντηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Ωστόσο, σύμφωνα με το Axios, η επίσκεψη αυτή δεν είχε ποτέ επιβεβαιωθεί επισήμως από τον Λευκό Οίκο. Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίστηκαν αιφνιδιασμένοι από τα σχετικά δημοσιεύματα, καθώς στο πρόγραμμα του Αμερικανού προέδρου δεν υπήρχε προγραμματισμένη συνάντηση με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό.
Τα ισραηλινά δημοσιεύματα συνέδεαν το πιθανό ταξίδι του Νετανιάχου με την προγραμματισμένη παρουσία του στην κηδεία του πρώην Αμερικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, η οποία τελικά αναβλήθηκε για τα τέλη του μήνα, οδηγώντας και στην ακύρωση της επίσκεψης.
Η πρώτη ένδειξη αλλαγής στις σχέσεις Τραμπ – Νετανιάχου
Η υπόθεση απέκτησε ιδιαίτερη σημασία, καθώς από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διατηρούσε εξαιρετικά στενή προσωπική πρόσβαση στον Αμερικανό πρόεδρο.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επισκεφθεί το Οβάλ Γραφείο περισσότερες φορές από οποιονδήποτε άλλο ξένο ηγέτη, ενώ οι συναντήσεις τους οργανώνονταν συνήθως μέσα σε ελάχιστες ημέρες.
Αυτή τη φορά, όμως, το κλίμα ήταν διαφορετικό.
Σύμφωνα με το Axios, ο Νετανιάχου επιχείρησε επί περισσότερο από δύο εβδομάδες να εξασφαλίσει νέο τετ α τετ με τον Τραμπ, χωρίς όμως να λάβει τη θετική απάντηση που ανέμενε από την Ουάσινγκτον.
Το παρασκήνιο της ακύρωσης
Η πιθανή επίσκεψη φαίνεται ότι ξεκίνησε μετά από τηλεφωνική επικοινωνία των δύο ηγετών, κατά την οποία ο Νετανιάχου συνεχάρη τον Τραμπ για την αμερικανική Ημέρα Ανεξαρτησίας.
Ο ίδιος ο Τραμπ είχε δηλώσει στο Axios ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός εξέφρασε την επιθυμία να τον επισκεφθεί στην Ουάσινγκτον, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο η συνάντηση να πραγματοποιηθεί μετά την επιστροφή του από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ.
Παρά ταύτα, όσο περνούσαν οι ημέρες, δεν υπήρξε καμία επίσημη ανακοίνωση από τον Λευκό Οίκο, ούτε η συνάντηση εντάχθηκε ποτέ στο δημόσιο πρόγραμμα του Αμερικανού προέδρου.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, το γραφείο του Νετανιάχου ενημέρωνε εδώ και ημέρες Ισραηλινούς δημοσιογράφους ότι το ταξίδι θα πραγματοποιούνταν κανονικά. Μάλιστα, είχε δοθεί εντολή στην ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία να προετοιμάσει το κυβερνητικό αεροσκάφος, ενώ ομάδα ασφαλείας και πρωτοκόλλου είχε ήδη μεταβεί στην Ουάσινγκτον.
Τελικά, η επίσκεψη ματαιώθηκε με επίσημη αιτιολογία την αναβολή της κηδείας του Λίντσεϊ Γκράχαμ. Ωστόσο, σύμφωνα με το Axios, στην Ουάσινγκτον αρκετοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι πίσω από την ακύρωση υποβόσκει μια ευρύτερη πολιτική ψυχρότητα στις σχέσεις των δύο ηγετών.
Η παρέμβαση για τα F-35 και η ενόχληση του Τραμπ
Ένα από τα βασικά σημεία τριβής φαίνεται πως ήταν η δημόσια παρέμβαση του Νετανιάχου σχετικά με το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.
Λίγο πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, μιλώντας στο Fox News, κάλεσε την αμερικανική κυβέρνηση να μην επιτρέψει στην Άγκυρα να αποκτήσει τα προηγμένα αμερικανικά μαχητικά, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποτελεί απειλή για την περιφερειακή ισορροπία λόγω των σχέσεών της με τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και το Ιράν.
Σύμφωνα με το Axios, η δημόσια αυτή παρέμβαση προκάλεσε έντονη ενόχληση στον Λευκό Οίκο. Δύο Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι ο Τραμπ ήταν ιδιαίτερα εκνευρισμένος, θεωρώντας πως ο Νετανιάχου παρενέβη σε ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά την αμερικανική εξωτερική πολιτική και τις σχέσεις των ΗΠΑ με έναν σημαντικό σύμμαχο στο ΝΑΤΟ.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ επέλεξε δημόσια να στείλει διαφορετικό μήνυμα, δηλώνοντας ότι οι σχέσεις Ουάσινγκτον–Άγκυρας βρίσκονται σε θετική τροχιά.
Οι διαφωνίες για το Ιράν
Οι διαφορές, πάντως, δεν περιορίζονται στην Τουρκία.
Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, το μεγαλύτερο σημείο τριβής αφορά τη στρατηγική απέναντι στο Ιράν και τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή.
Χαρακτηριστικές ήταν και οι πρόσφατες δηλώσεις του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος κατηγόρησε στελέχη της ισραηλινής κυβέρνησης ότι επιχείρησαν να επηρεάσουν την αμερικανική κοινή γνώμη και τις αποφάσεις της Ουάσινγκτον με στόχο να συνεχιστεί ο πόλεμος εναντίον του Ιράν.
Παράλληλα, ο Βανς έχει επανειλημμένα εκφράσει πιο επιφυλακτική στάση απέναντι στην αμερικανική εμπλοκή στις πολεμικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, υποστηρίζοντας ότι η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να καθορίζεται πρωτίστως από τα αμερικανικά συμφέροντα.
Μια σχέση που δεν θεωρείται πλέον δεδομένη
Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της Ουάσινγκτον καταγράφονται ολοένα και περισσότερες επιφυλάξεις απέναντι στην πολιτική του Μπενιαμίν Νετανιάχου, όχι μόνο στους Δημοκρατικούς αλλά και σε τμήματα του συντηρητικού στρατοπέδου που στηρίζει τον Ντόναλντ Τραμπ.
Παράλληλα, η συζήτηση στο Κογκρέσο για τη στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ γίνεται ολοένα πιο δύσκολη, καθώς αυξάνονται οι φωνές που ζητούν επανεξέταση της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην κυβέρνηση Νετανιάχου.
Η «συνάντηση που δεν έγινε» ίσως αποδειχθεί τελικά κάτι περισσότερο από ένα απλό διπλωματικό επεισόδιο. Για χρόνια, μια πρόσκληση στον Λευκό Οίκο αποτελούσε για τον Νετανιάχου ένδειξη της ιδιαίτερης σχέσης του με την αμερικανική ηγεσία. Αυτή τη φορά, όμως, η Ουάσινγκτον δεν έκλεισε την πόρτα, αλλά ούτε έσπευσε να την ανοίξει.
Και αυτό, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημάδι ότι οι σχέσεις Τραμπ και Νετανιάχου παραμένουν στρατηγικά σημαντικές, αλλά δεν θεωρούνται πλέον τόσο αυτονόητες όσο στο πρόσφατο παρελθόν.