Στη Δύση συνηθίζουμε να αντιμετωπίζουμε το Ιράν ως ένα ενιαίο κράτος με μία ενιαία στρατηγική. Στην πραγματικότητα, όμως, η μεγαλύτερη δυσκολία κάθε διαπραγμάτευσης με την Τεχεράνη είναι ότι η εξουσία δεν ασκείται από ένα πρόσωπο ή μία κυβέρνηση, αλλά από ένα σύνθετο σύστημα αλληλοελεγχόμενων κέντρων ισχύος.
Οι τελευταίες εξελίξεις στις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν έφεραν ξανά στο προσκήνιο το θεμελιώδες ερώτημα, που εδώ και χρόνια δυσκολεύει κάθε αμερικανική κυβέρνηση: Ποιος κυβερνά πραγματικά το Ιράν και ποιος έχει τη δυνατότητα να δεσμεύσει ολόκληρο το καθεστώς;
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας οξείας αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο τάσεις. Από τη μία βρίσκονται στελέχη που θεωρούν ότι η επιβίωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας απαιτεί αποκλιμάκωση, περιορισμένη συνεννόηση με τις ΗΠΑ και οικονομική ανακούφιση. Από την άλλη, βρίσκονται οι σκληροπυρηνικοί μηχανισμοί που βλέπουν κάθε συμβιβασμό ως ιδεολογική ήττα, απειλή για τα συμφέροντά τους και πιθανή αφετηρία αποσταθεροποίησης του καθεστώτος.
Το Reuters έχει καταγράψει δημόσιες ρωγμές στην ιρανική ηγεσία, ιδιαίτερα μετά τη σύγκρουση γύρω από τη δέσμευση του προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν ότι το Ιράν δεν θα έπληττε αραβικά κράτη του Κόλπου. Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε την αντίδραση σκληροπυρηνικών στελεχών, τα οποία θεώρησαν ότι η πολιτική ηγεσία περιόριζε μονομερώς τις στρατιωτικές επιλογές της χώρας.
Στην πλευρά των πραγματιστών εντάσσονται ο Πεζεσκιάν, ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί και, με έναν πιο σύνθετο τρόπο, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ. Ο τελευταίος δεν είναι μεταρρυθμιστής.
Προέρχεται από τους Φρουρούς της Επανάστασης και αποτελεί οργανικό τμήμα του καθεστώτος. Ωστόσο, έχει αναδειχθεί σε βασικό υποστηρικτή μιας συμφωνίας με τις ΗΠΑ, θεωρώντας ότι η οικονομική αιμορραγία και η παράταση της έντασης απειλούν πλέον την ίδια τη σταθερότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Απέναντί τους βρίσκονται στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης, υπερσυντηρητικοί κληρικοί και η σκληρή πτέρυγα του πολιτικού συστήματος, μεταξύ άλλων δυνάμεις που συνδέονται με το λεγόμενο «Μέτωπο Σταθερότητας».
Οι επικριτές των διαπραγματεύσεων έχουν κατηγορήσει δημόσια τον Γκαλιμπάφ, τον Αραγτσί και τον Πεζεσκιάν για υπερβολικές παραχωρήσεις, ακόμη και για προδοσία της επανάστασης.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή παραμένει ελλιπής αν δεν προστεθεί ένας ακόμη παράγοντας: Ο Ανώτατος Ηγέτης!
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ δεν λειτούργησε ως επικεφαλής μιας μόνο ομάδας εξουσίας, αλλά ως ο τελικός ρυθμιστής του συστήματος. Δεν ταυτίστηκε πλήρως, ούτε με τους πραγματιστές, ούτε με τους σκληροπυρηνικούς.
Αντίθετα, διατήρησε μια διαρκή ισορροπία μεταξύ των ανταγωνιστικών κέντρων ισχύος, ώστε κανένα να μην αποκτήσει την αυτονομία, που θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη δική του πρωτοκαθεδρία. Αυτή η ισορροπία υπήρξε ένας από τους βασικούς λόγους της ανθεκτικότητας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Η σύγκρουση, επομένως, δεν είναι φανταστική. Υπάρχουν πραγματικές διαφορές συμφερόντων, εκτιμήσεων και πολιτικών προτεραιοτήτων. Οι πραγματιστές φοβούνται ότι η διαρκής ένταση θα οδηγήσει σε οικονομική κατάρρευση, κοινωνική αποσταθεροποίηση και τελικά σε πτώση του καθεστώτος. Οι σκληροπυρηνικοί, αντίθετα, φοβούνται ότι η εξομάλυνση με τη Δύση θα αποδυναμώσει την ιδεολογική ταυτότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, θα περιορίσει τον ρόλο των Φρουρών της Επανάστασης και θα ανοίξει τον δρόμο για πολιτικές αλλαγές στο εσωτερικό της χώρας.
Το ζήτημα, όμως, είναι ότι αυτή η πραγματική σύγκρουση μπορεί ταυτόχρονα να χρησιμοποιείται και ως διαπραγματευτική τακτική.
Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα αξιοποιήσει την εσωτερική αυτή σύγκρουση. Οι διπλωμάτες εμφανίζονται διαλλακτικοί, οι στρατιωτικοί κλιμακώνουν, το Κοινοβούλιο απειλεί με απόρριψη συμφωνιών και ο Ανώτατος Ηγέτης διατηρεί, σκόπιμα, την τελική της θέση ασαφή. Έτσι, ο συνομιλητής της Δύσης οδηγείται συχνά στο συμπέρασμα ότι απαιτούνται περισσότερες παραχωρήσεις για να ενισχυθούν οι «μετριοπαθείς».
Πρόκειται για μια ιδιότυπη εκδοχή του παλαιού διαπραγματευτικού σχήματος του «καλού και του κακού αστυνομικού». Μόνο που στο Ιράν οι δύο ρόλοι δεν είναι πάντοτε προσχηματικοί. Οι διαφορές είναι πραγματικές, αλλά το σύστημα έχει μάθει να τις μετατρέπει σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να προβληματίζει και την Ουάσιγκτον. Οι ΗΠΑ μπορεί να διαπραγματεύονται με πρόσωπα που επιθυμούν πράγματι συμφωνία, χωρίς όμως να είναι βέβαιο, ότι αυτά τα πρόσωπα μπορούν να ελέγξουν τους Φρουρούς της Επανάστασης, τις υπηρεσίες ασφαλείας και τα υπόλοιπα κέντρα ισχύος.
Το Ιράν δεν είναι ένα μονολιθικό κράτος, αλλά ούτε και ένα ακυβέρνητο σύνολο ανταγωνιστικών φατριών. Είναι ένα σύστημα αλληλεπικαλυπτόμενων κέντρων εξουσίας, στο οποίο ο Πρόεδρος, το Κοινοβούλιο, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, οι Φρουροί της Επανάστασης, η Δικαιοσύνη και το θρησκευτικό κατεστημένο διαθέτουν διαφορετικούς μοχλούς επιρροής. Επί δεκαετίες, όμως, υπήρχε ένας τελικός διαιτητής.
Ο Ανώτατος Ηγέτης δεν λάμβανε κατ’ ανάγκη κάθε απόφαση, αλλά είχε τον τελευταίο λόγο όταν οι ισορροπίες κινδύνευαν να διαταραχθούν. Η εξουσία του στηριζόταν ακριβώς στην ικανότητά του να εμποδίζει οποιαδήποτε ομάδα -είτε τους πραγματιστές είτε τους Φρουρούς της Επανάστασης- να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά.
Αυτό εξηγεί γιατί οι πληροφορίες των τελευταίων μηνών, για πιθανό περιορισμό της δυνατότητας του Ανώτατου Ηγέτη να ασκεί ενεργά τα καθήκοντά του παρακολουθούνται με τόσο μεγάλο ενδιαφέρον από τις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών και τους αναλυτές. Δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαίωση ότι αδυνατεί να ασκεί τα καθήκοντά του ή ότι έχει αρχίσει επισήμως η διαδικασία διαδοχής. Ωστόσο, ακόμη και η πιθανότητα μιας τέτοιας εξέλιξης αρκεί για να μεταβάλει τις εσωτερικές ισορροπίες.
Αν ο παραδοσιακός διαιτητής του συστήματος δεν μπορεί πλέον να επιβάλει τις ισορροπίες, τότε οι επιμέρους πόλοι εξουσίας αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία και ο ανταγωνισμός τους γίνεται εντονότερος. Υπό αυτό το πρίσμα, η σημερινή αντιπαράθεση στην Τεχεράνη ίσως δεν αφορά μόνο τη διαχείριση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί να αποτελεί και την πρώτη μεγάλη μάχη για τη διαμόρφωση της μετα-Χαμενεΐ εποχής.
Η ενίσχυση των Φρουρών της Επανάστασης τα τελευταία χρόνια περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η οικονομία των κυρώσεων, τα εκτεταμένα οικονομικά τους συμφέροντα και ο κυρίαρχος ρόλος τους στην ασφάλεια δημιουργούν ισχυρά κίνητρα υπέρ της διατήρησης ενός καθεστώτος διαρκούς έντασης. Για τους μηχανισμούς αυτούς, η εξομάλυνση δεν αποτελεί μόνο ιδεολογική υποχώρηση. Μπορεί να σημαίνει και απώλεια οικονομικής και πολιτικής ισχύος.
Για την Ουάσιγκτον, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι επομένως αν υπάρχουν πραγματιστές στην Τεχεράνη, (που υπάρχουν)... Ούτε αν οι διαφορές στο εσωτερικό του καθεστώτος είναι πραγματικές, (που σε μεγάλο βαθμό είναι)… Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι συνομιλητές των ΗΠΑ μπορούν να επιβάλουν μια συμφωνία σε όλους όσους κρατούν τα πραγματικά κέντρα ισχύος.
Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν δεν είναι ότι η Τεχεράνη έχει δύο πρόσωπα… Είναι ότι και τα δύο μπορεί να είναι αληθινά!
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη αβεβαιότητα για το μέλλον. Για δεκαετίες, ο Ανώτατος Ηγέτης λειτουργούσε ως ο τελικός «διαιτητής», ο παράγοντας που, όταν οι εσωτερικές αντιθέσεις έφθαναν στα όριά τους, μπορούσε να επιβάλει την στρατηγική και να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ των ανταγωνιστικών κέντρων ισχύος.
Αν, όμως, η δυνατότητά του να ασκεί αυτόν τον ρόλο έχει περιοριστεί ή αν το ιρανικό σύστημα εισέρχεται σταδιακά σε μια μετα-Χαμενεΐ εποχή, τότε οι σημερινές αντιπαραθέσεις αποκτούν μια εντελώς διαφορετική διάσταση.
Ίσως, λοιπόν, το μεγαλύτερο ερώτημα να μην είναι αν στο Ιράν συγκρούονται πραγματιστές και σκληροπυρηνικοί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη εκείνος, που μπορεί να τους επιβάλει μια κοινή στρατηγική.
Γιατί όσο ο τελικός διαιτητής αποδυναμώνεται, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η Ισλαμική Δημοκρατία να πάψει να λειτουργεί ως ένα ενιαίο κέντρο αποφάσεων και να μετατραπεί σε ένα καθεστώς όπου οι ισχυρότεροι μηχανισμοί θα καθορίζουν μόνοι τους την πορεία της χώρας.
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr