Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ενέκρινε επίσημα μια ιστορική πυρηνική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal. Η συμφωνία, διάρκειας 30 ετών και αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, προβλέπει την ανάπτυξη μη στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος στο Ριάντ.
Παράλληλα, εξασφαλίζει πρωταγωνιστικό ρόλο για τις αμερικανικές επιχειρήσεις στην κατασκευή των υποδομών, αποκλείοντας ανταγωνίστριες δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα.
Το ακανθώδες ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου
Κομβικό σημείο της συμφωνίας αποτελεί η προοπτική εμπλουτισμού ουρανίου σε σαουδαραβικό έδαφος. Αμερικανικές εταιρείες θα αναλάβουν την κατασκευή σχετικής μονάδας μόνο εφόσον κοινή μελέτη κρίνει το εγχείρημα εμπορικά βιώσιμο.
Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι η άμεση εμπλοκή της —μέσω ενός μοντέλου περιορισμένης πρόσβασης («black box») που δεν μεταφέρει τεχνογνωσία— εγγυάται την αποτελεσματική εποπτεία και εμποδίζει τη στρατιωτική αξιοποίηση του προγράμματος. Εάν οι ΗΠΑ αντιταχθούν στον εμπλουτισμό μετά τη μελέτη, η Σαουδική Αραβία δεσμεύεται να μην προχωρήσει αυτόνομα ή με άλλον εταίρο για μια δεκαετία.
Αντιδράσεις, φόβοι για κούρσα εξοπλισμών και το Κογκρέσο
Επικριτές προειδοποιούν ότι η συμφωνία παραβιάζει τα μέχρι τώρα διεθνή πρότυπα για τη Μέση Ανατολή και ενδέχεται να πυροδοτήσει κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών, ειδικά καθώς ο διάδοχος του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, έχει δηλώσει στο παρελθόν πως η χώρα του θα επιδιώξει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα αν το πράξει το Ιράν.
Από την πλευρά του, το Ριάντ επιμένει στον ειρηνικό χαρακτήρα του προγράμματος, σημειώνοντας ότι η πυρηνική ενέργεια θα καλύψει την εγχώρια κατανάλωση απελευθερώνοντας περισσότερο πετρέλαιο για εξαγωγές.
Η συμφωνία, την οποία αναμένεται να υπογράψουν οι υπουργοί Ενέργειας των δύο χωρών, αναμένεται να συναντήσει έντονες αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο, αν και η ανατροπής της θεωρείται νομικά δύσκολη καθώς απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων.