Στη θεσμοθέτηση εκτεταμένων φορολογικών απαλλαγών προς τους φορείς εκμετάλλευσης πυρηνικής ενέργειας έως το τέλος του 2045 προχώρησε το τουρκικό Κοινοβούλιο.
Η νομοθετική αυτή ρύθμιση, η οποία εντάχθηκε ως τροπολογία της τελευταίας στιγμής σε ευρύτερο οικονομικό νομοσχέδιο, παρέχει τεράστια οικονομικά οφέλη στη ρωσική κρατική εταιρεία Rosatom, η οποία κατασκευάζει και θα διαχειρίζεται τον Πυρηνικό Σταθμό Ακουγιού στα νότια παράλια της χώρας.
Ειδικότερα, το νέο πλαίσιο απαλλάσσει την εταιρεία από εταιρικά τέλη συναλλαγών, χαρτόσημα σε συμβάσεις επενδύσεων και υποχρεώσεις ΦΠΑ για κατασκευαστικές εργασίες και εξοπλισμό.
Κυβερνητικά στελέχη υπεραμύνθηκαν των κινήτρων, υποστηρίζοντας ότι είναι απαραίτητα για την προσέλκυση μακροπρόθεσμων επενδύσεων, καθώς η Τουρκία στοχεύει στην παραγωγή 20.000 megawatt πυρηνικής ενέργειας έως το 2050, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τη Κίνα, τη Νότια Κορέα και τις ΗΠΑ για τη δημιουργία νέων σταθμών στη Σινώπη και τη Θράκη.
Ωστόσο, η μόνη εταιρεία που ωφελείται άμεσα είναι η Akkuyu Nuclear JSC, θυγατρική της Rosatom, την ώρα που ο πρώτος από τους τέσσερις αντιδραστήρες ετοιμάζεται να τεθεί σε λειτουργία εντός του 2026.
Το έργο βασίζεται στο μοντέλο «κατασκευή-ιδιοκτησία-λειτουργία», γεγονός που καθιστά τη ρωσική πλευρά πλήρη ιδιοκτήτη του σταθμού. Η εξέλιξη αυτή μειώνει σημαντικά το λειτουργικό κόστος της Rosatom σε μια περίοδο που η Ρωσία βρίσκεται υπό καθεστώς διεθνών κυρώσεων.
Η τουρκική αντιπολίτευση εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην κυβέρνηση, καταγγέλλοντας ότι το μέτρο μεταφέρει δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος στους Τούρκους φορολογούμενους.
Βουλευτές του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) επεσήμαναν ότι οι προηγούμενες φοροαπαλλαγές για το Ακουγιού ανήρχοντο ήδη σε 9,8 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το νέο πακέτο προσθέτει επιπλέον 5 δισεκατομμύρια σε φορολογικά προνόμια.
Παράλληλα, στηλίτευσαν το γεγονός ότι οι διευκολύνσεις στη ρωσική εταιρεία ψηφίστηκαν στο ίδιο νομοσχέδιο που καθόριζε την κατώτατη σύνταξη στα 23.552 τουρκικές λίρες (περίπου 498 δολάρια), την ώρα που οι πολίτες πιέζονται από τον υψηλό πληθωρισμό.
Επιπλέον, επικρίσεις δέχεται και η αρχική σύμβαση, η οποία υποχρεώνει το τουρκικό δημοσίως ελεγχόμενο δίκτυο να αγοράζει το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας των δύο πρώτων αντιδραστήρων και το 30% των υπολοίπων για 15 χρόνια, σε εγγυημένη τιμή 12,35 σεντς ανά κιλοβατώρα —τιμή αισθητά υψηλότερη από τις τρέχουσες τιμές χονδρικής.
Πέραν των οικονομικών παραμέτρων, η συμφωνία ενισχύει την ενεργειακή και γεωπολιτική εξάρτηση της Άγκυρας από τη Μόσχα. Παρότι η Τουρκία διαθέτει κοιτάσματα ουρανίου, δεν διαθέτει εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, με αποτέλεσμα οι αντιδραστήρες να τροφοδοτούνται αποκλειστικά με ρωσικό καύσιμο από θυγατρική της Rosatom.
Αν και η Άγκυρα υποστηρίζει ότι ο σταθμός θα περιορίσει τις εισαγωγές φυσικού αερίου κατά 7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως, η μακροχρόνια παραμονή της ιδιοκτησίας και της τεχνολογίας σε ρωσικά χέρια εγείρει σοβαρά προβληματισμούς για μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ. Ο σταθμός αναμένεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία έως το 2028.