Σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης βρίσκεται η παγκόσμια αγορά ενέργειας, καθώς η παράλληλη απώλεια κρίσιμων υποδομών και εναλλακτικών διαδρομών απειλεί να πυροδοτήσει νέο γύρο ανατιμήσεων.
Το χτύπημα στον σαουδαραβικό αγωγό East-West, που μεταφέρει πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο στην Ερυθρά Θάλασσα παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ, έθεσε εκτός λειτουργίας μια υποδομή με δυνατότητα μεταφοράς έως και 7 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα — ποσότητα που αγγίζει το 4% της παγκόσμιας προσφοράς.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε ακαριαίες αναταράξεις. Η Saudi Aramco προχώρησε σε ακυρώσεις και μεταθέσεις φορτίων προς την Ευρώπη για τον Σεπτέμβριο, ενώ οι φορτώσεις στο λιμάνι Yanbu έχουν παγώσει.
Παράλληλα, η εικόνα επιδεινώνεται από το κλείσιμο τριών πετρελαϊκών κοιτασμάτων στη Λιβύη και τις περικοπές στην παραγωγή ντίζελ στα ρωσικά διυλιστήρια λόγω επιθέσεων με drones. Οι τιμές αντέδρασαν άμεσα: το Brent ξεπέρασε τα 108 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Dated Brent —ο δείκτης για τις φυσικές παραδόσεις στην Ευρώπη— εκτινάχθηκε στα 122 δολάρια, αποτυπώνοντας την οξεία έλλειψη διαθέσιμου αργού.
Για να αντιμετωπίσει το αδιέξοδο, το Ριάντ αναγκάζεται να επιστρέψει στο επικίνδυνο πέρασμα του Ορμούζ, επιστρατεύοντας μεταφορτώσεις από πλοίο σε πλοίο (dark shipments) ανοιχτά του Ομάν, προκειμένου να τροφοδοτήσει τους πελάτες του στην Ασία.
Την ίδια ώρα, η εναλλακτική της Ερυθράς Θάλασσας αντιμετωπίζει τους δικούς της κινδύνους, καθώς οι Χούθι έχουν ενισχύσει την παρουσία τους κοντά στα στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Αν και ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ εκτίμησε ότι η αποκατάσταση του αγωγού μπορεί να γίνει σε λίγες ημέρες, παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι αν η διακοπή παραταθεί για εβδομάδες, οι τιμές του Brent θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 120 ή ακόμη και τα 130 δολάρια.
Στην Ελλάδα, η επάρκεια καυσίμων δεν φαίνεται να απειλείται άμεσα, καθώς η χώρα διαθέτει θεσμοθετημένα αποθέματα ασφαλείας 90 ημερών και ένα ισχυρό, εξαγωγικό δίκτυο διυλιστηρίων.
Ωστόσο, το πραγματικό αγκάθι για την ελληνική οικονομία παραμένει το κόστος, καθώς το παγκόσμιο έλλειμμα προσφοράς και η συνεχής υποχώρηση των διεθνών αποθεμάτων αναμένεται να μετακυλίσουν τις υψηλές τιμές απευθείας στην κατανάλωση.