Η διπλωματική τακτική της κυβέρνησης Τραμπ στη Μέση Ανατολή χαρακτηρίζεται από συνεχείς μεταβολές, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τις ισορροπίες στην περιοχή. Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρόταση για τη σύναψη πυρηνικής συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία, η οποία προβλέπει το δικαίωμα εγχώριου εμπλουτισμού ουρανίου από το Ριάντ.
Η ρύθμιση αυτή διαφοροποιείται από προηγούμενες συμφωνίες, όπως εκείνη με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και αποδίδεται στη στρατηγική επιδίωξη της Ουάσινγκτον να προλάβει ενδεχόμενη διείσδυση της Ρωσίας ή της Κίνας στον τομέα αυτό.
Ωστόσο, η αμερικανική πλευρά επανακαθόρισε τη στάση της, θέτοντας στη συνέχεια ως προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της πυρηνικής συμφωνίας την ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις «Συμφωνίες του Αβραάμ» για την ομαλοποίηση των σχέσεών της με το Ισραήλ, διατηρώντας το τελικό αποτέλεσμα αβέβαιο.
Παράλληλα, κινητικότητα καταγράφεται και στο μέτωπο του Λιβάνου, όπου ο Πρόεδρος Ζοζέφ Αούν εξέφρασε στον Ντόναλντ Τραμπ την πρόθεση για οριστικό τερματισμό των εχθροπραξιών με το Ισραήλ, την ώρα που οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις πραγματοποιούν πιλοτική αποχώρηση από περιοχές του νοτίου Λιβάνου, παραδίδοντας τη φύλαξη στον λιβανικό στρατό.
Απέναντι σε αυτό το ρευστό τοπίο, αναλυτές επισημαίνουν ότι το Ισραήλ καλείται να διαχειριστεί τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που προκύπτουν. Αυτό περιλαμβάνει την υποστήριξη της διασύνδεσης του πυρηνικού προγράμματος του Ριάντ με την ομαλοποίηση των διπλωματικών σχέσεων, τη συνδιαμόρφωση ενός οδικού χάρτη για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, καθώς και τη διατήρηση υψηλής στρατηγικής ετοιμότητας έναντι του Ιράν εν μέσω των αυξομειώσεων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.