Η παρατεταμένη λειψυδρία και τα διαδοχικά κύματα καύσωνα που σαρώνουν την Ευρώπη προκαλούν σοβαρές περιβαλλοντικές και οικονομικές επιπτώσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη λίμνη Μπρενέτς στα γαλλοελβετικά σύνορα. Η ελικοειδής αυτή λίμνη έχει ουσιαστικά αποξηρανθεί, με τη στάθμη του νερού να βρίσκεται εννέα μέτρα κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα και να υποχωρεί καθημερινά κατά 22 εκατοστά.
Η δραματική πτώση των υδάτων του ποταμού Ντου έχει ακινητοποιήσει τα τουριστικά σκάφη, ερημώνοντας μια περιοχή που συνήθως κατακλύζεται από παραθεριστές, ενώ έχει οδηγήσει τις τοπικές ναυτιλιακές επιχειρήσεις σε οικονομικό αδιέξοδο και απολύσεις προσωπικού
. Σύμφωνα με την ελβετική μετεωρολογική υπηρεσία MeteoSuisse, οι βροχοπτώσεις από τον Απρίλιο είναι στο μισό των κανονικών επιπέδων, καθιστώντας τη φετινή ξηρασία συγκρίσιμη με τις χειρότερες της ιστορίας, ενώ οι τοπικοί φορείς υπογραμμίζουν την ανησυχητική αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης τέτοιων φαινομένων.
Παρόμοια δραματική είναι η κατάσταση και στη Βόρεια Ιταλία, όπου οι αρχές αύξησαν στο «υψηλό» το επίπεδο συναγερμού για τη λεκάνη απορροής του ποταμού Πάδου.
Περισσότεροι από εκατό δήμοι στο Πιεμόντε και τη Λομβαρδία αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρά προβλήματα υδροδότησης και επιστρατεύουν υδροφόρες για την πλήρωση των δεξαμενών πόσιμου νερού.
Παράλληλα, οι λίμνες Ματζόρε και Κόμο καταγράφουν ταχεία υποχώρηση των αποθεμάτων τους λόγω της αυξημένης χρήσης νερού για την άρδευση καλλιεργειών, όπως το ρύζι.
Μετά από έναν ιδιαίτερα θερμό χειμώνα και άνοιξη που έλιωσαν νωρίς τα χιόνια στις Άλπεις, οι αρμόδιοι φορείς προειδοποιούν ότι οι ευκαιριακές θερινές καταιγίδες δεν αρκούν για την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων λειψυδρίας, εντείνοντας τους φόβους για επανάληψη της καταστροφικής κρίσης του 2022.