Ενώπιον των εισαγγελικών αρχών οδηγήθηκε το πρωί της Παρασκευής η 46χρονη κατηγορούμενη για συμμετοχή στη φονική επίθεση στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin τον Μάιο του 2010, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσής της από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η κατηγορούμενη έφτασε στην Αθήνα το βράδυ της Πέμπτης συνοδευόμενη από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και διανυκτέρευσε στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ.
Στην Εισαγγελία δρομολογείται η εκτέλεση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης, προκειμένου στη συνέχεια να παραπεμφθεί στην ανακρίτρια για να απολογηθεί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., η 46χρονη διέμενε τα τελευταία έξι χρόνια στο Μπράιτον της Βρετανίας, όπου είναι μητέρα δύο παιδιών. Η σύλληψή της πραγματοποιήθηκε στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ στις 13 Ιουλίου βάσει ερυθράς αγγελίας της Interpol, την ώρα που ετοιμαζόταν να ταξιδέψει προς την Ελλάδα, με την ίδια να δηλώνει αθώα και πρόθυμη να παράσχει εξηγήσεις.
Η ταυτοποίησή της επήλθε έπειτα από επανεξέταση του οπτικού υλικού της τραγωδίας της 5ης Μαΐου 2010 στα εγκληματολογικά εργαστήρια, με τη χρήση προηγμένων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης που ανέλυσαν σωματικά χαρακτηριστικά, ρουχισμό και αντικείμενα.
Οι αρχές της αποδίδουν υποστηρικτικό ρόλο δίπλα στον άνδρα που έσπασε την τζαμαρία του υποκαταστήματος της οδού Σταδίου πριν τη ρίψη των εύφλεκτων υλικών, επίθεση που είχε ως τραγικό απολογισμό τον θάνατο τριών εργαζομένων, ανάμεσά τους και μιας εγκύου.
Για την ίδια υπόθεση βρίσκονται ήδη προφυλακισμένοι δύο 42χρονοι, οι οποίοι κατηγορούνται ως ο συντονιστής της επίθεσης και ο φυσικός αυτουργός που έσπασε τους υαλοπίνακες της τράπεζας.