Μια επικίνδυνη στροφή προς τη βία καταγράφεται πλέον στις ληστείες ευρωπαϊκών μουσείων, σύμφωνα με έκθεση της Europol. Τα σκληρά εγκληματικά κυκλώματα εγκαταλείπουν τις αναίμακτες διαρρήξεις του παρελθόντος και επιστρατεύουν πλέον πυροβόλα όπλα, βαριοπούλες, ακόμη και εκρηκτικές ύλες.
Παράλληλα, παρατηρείται μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο οργάνωσης των δραστών. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές εγκληματικές οργανώσεις που διέπονταν από αυστηρή ιεραρχία, οι σύγχρονες ομάδες είναι βραχύβιες και τα μέλη τους στρατολογούνται τοπικά μέσω κοινωνικών δικτύων και εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, χωρίς να διατηρούν προηγούμενες μεταξύ τους σχέσεις.
Στο στόχαστρο των δραστών βρίσκονται κυρίως τα πολύτιμα μέταλλα και τα κοσμήματα, λόγω της υψηλής τους αξίας αλλά και της ευκολίας με την οποία ο χρυσός λιώνει και οι λίθοι αποσπώνται. Παράλληλα, ιδιαίτερα αυξημένη ζήτηση στη μαύρη αγορά παρουσιάζει η αρχαία κινεζική πορσελάνη, η οποία διοχετεύεται άμεσα σε αγοραστές.
Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται από μια σειρά από εντυπωσιακά και βίαια περιστατικά: Στο Μουσείο Cognacq-Jay στο Παρίσι το 2024, τέσσερις κουκουλοφόροι εισέβαλαν με ρόπαλα και τσεκούρια αφαιρώντας επτά πολύτιμα αντικείμενα.
Τον Ιανουάριο του 2025, εισβολείς ανατίναξαν την είσοδο του Μουσείου Drents στην Ολλανδία για να αποσπάσουν δακικούς θησαυρούς, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους σημειώθηκε ένοπλη εισβολή στο Λούβρο, όπου οι δράστες έσπασαν τις προθήκες της Πινακοθήκης Apollo και διέφυγαν με κοσμήματα εκτιμώμενης αξίας 88 εκατομμυρίων ευρώ.
Όπως επισημαίνει η Europol, είτε στρατολογούνται στελέχη για μεμονωμένα «συμβόλαια» είτε κοινές συμμορίες του ποινικού δικαίου στρέφονται στα μουσεία, διαβλέποντας τεράστια οικονομικά οφέλη με ελάχιστο ρίσκο.