Στις κάλπες καλούνται περίπου 272.000 Ισλανδοί ψηφοφόροι προκειμένου να αποφασίσουν αν η χώρα τους θα εκκινήσει εκ νέου τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια ψηφοφορία με ιδιαίτερο βάρος για το μέλλον της ευρωπαϊκής διεύρυνσης.
Το Ρέικιαβικ είχε παγώσει τις συνομιλίες πριν από πάνω από μία δεκαετία, ενώ ακόμη και αν επικρατήσει το «ναι», η τελική ένταξη θα εξαρτηθεί από δεύτερο δημοψήφισμα.
Η επίσπευση της διαδικασίας αποδίδεται στο νέο ασταθές διεθνές περιβάλλον, με τον πληθωρισμό, τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη στρατηγική αναβάθμιση της Αρκτικής και τις αμερικανικές πιέσεις για τη Γροιλανδία να επανακαθορίζουν τη συζήτηση περί ασφάλειας.
Για τις Βρυξέλλες, η Ισλανδία θεωρείται ιδανικός υποψήφιος, καθώς είναι μια ευημερούσα δημοκρατία, μέλος του ΝΑΤΟ, του ΕΟΧ και της Σένγκεν, που ήδη εφαρμόζει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αξιωματούχων, μια νέα διαπραγμάτευση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σε 18 έως 24 μήνες, με στόχο μια πιθανή ένταξη έως το 2028.
Ωστόσο, η έκβαση παραμένει αμφίρροπη. Ενώ οι υποστηρικτές του «ναι» εστιάζουν στα οφέλη της συμμετοχής στα κέντρα αποφάσεων και στη σταθερότητα του ευρώ έναντι της ισλανδικής κορόνας, η αλιεία παραμένει η βασική «κόκκινη γραμμή».
Καθώς τα αλιεύματα καλύπτουν το 40% των εξαγωγών της χώρας, η ισλανδική κυβέρνηση ξεκαθαρίζει ότι δεν θα υπογράψει συμφωνία που πλήττει την εθνική της κυριαρχία στους αλιευτικούς πόρους.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια αμφίρροπη μάχη, με το «ναι» να διατηρεί οριακό προβάδισμα (51,3% έναντι 48,7%) εντός των ορίων του στατιστικού λάθους. Σε περίπτωση επικράτησης του «όχι», η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να αποσύρει οριστικά το ζήτημα της ένταξης από την πολιτική ατζέντα.