Έξι μήνες μετά την έναρξη των μαζικών αμερικανοϊσραηλινών επιδρομών κατά του Ιράν, η σύγκρουση παραμένει άλυτη, παρά τις αρχικές εκτιμήσεις ότι θα είχε σύντομη διάρκεια.
Σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, η κυβέρνηση Τραμπ έχει μετατοπίσει πλέον το βάρος από τη στρατιωτική δράση στην οικονομική πίεση, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές ότι η νέα στρατηγική μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με αναλυτές που επικαλούνται οι NYT, είναι η έλλειψη σαφώς διατυπωμένων αμερικανικών στόχων. Δεν έχει αποσαφηνιστεί εάν η Ουάσινγκτον επιδιώκει την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ ή την επιστροφή της Τεχεράνης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό της πρόγραμμα και την κατάσταση στον Περσικό Κόλπο.
Την ίδια στιγμή, το κόστος της σύγκρουσης εξακολουθεί να επωμίζεται σε μεγάλο βαθμό ο ιρανικός πληθυσμός. Η αμερικανική κυβέρνηση, μετά την αρχική στρατιωτική εκστρατεία, επιχειρεί πλέον να εντείνει τις οικονομικές πιέσεις, ελπίζοντας ότι η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης θα προκαλέσει εσωτερικές αντιδράσεις κατά της ιρανικής ηγεσίας.
Το ιρανικό καθεστώς άντεξε
Παρά τις εκτεταμένες αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις, η Ισλαμική Δημοκρατία παραμένει στην εξουσία. Οι αρχικοί βομβαρδισμοί προκάλεσαν σοβαρές καταστροφές στις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις, στην αεροπορία και στο ναυτικό, ενώ επλήγη σημαντικά και το πυραυλικό πρόγραμμα.
Ωστόσο, η κοινωνία δεν εξεγέρθηκε και η πολιτική ηγεσία δεν κατέρρευσε. Αντίθετα, το Ιράν κατάφερε να αποκαταστήσει μέρος των στρατιωτικών του δυνατοτήτων και να εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον αμερικανικών βάσεων και συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή.
Παράλληλα, η Τεχεράνη διατήρησε τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ, προκαλώντας σοβαρές επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές και στην παγκόσμια οικονομία.
Αναλυτές που μιλούν στους New York Times χαρακτηρίζουν τον πόλεμο αποτυχία για την Ουάσινγκτον. Όπως επισημαίνουν, το Ιράν υπέστη σημαντικές απώλειες και καταστροφές, αλλά παράλληλα διατήρησε το καθεστώς του και εμφανίζεται, σε ορισμένα επίπεδα, ισχυρότερο περιφερειακά.
Από τους βομβαρδισμούς στις κυρώσεις
Η αρχική στρατιωτική επιχείρηση έχει πλέον αντικατασταθεί από μια νέα εκστρατεία οικονομικού στραγγαλισμού. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, παρουσίασε τη νέα πολιτική ως μια διαρκή προσπάθεια απομόνωσης της Τεχεράνης και περαιτέρω πίεσης στην ήδη εξασθενημένη οικονομία της.
Η Ουάσινγκτον ποντάρει στην εκτίμηση ότι η οικονομική πίεση μπορεί να πετύχει εκεί όπου δεν κατάφερε να οδηγήσει σε αποτέλεσμα η στρατιωτική επιχείρηση.
Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι το Ιράν, το οποίο βρίσκεται ήδη αντιμέτωπο με χιλιάδες κυρώσεις, δύσκολα θα υποχρεωθεί σε συνθηκολόγηση μόνο μέσω της επιβολής πρόσθετων οικονομικών μέτρων.
Αντίθετα, υπάρχει ο κίνδυνος η Τεχεράνη να απαντήσει κλιμακώνοντας τις επιθέσεις εναντίον πλοίων στον Περσικό Κόλπο ή εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για έναν νέο γύρο αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Το επικίνδυνο αδιέξοδο
Η ασάφεια γύρω από τους τελικούς στόχους της Ουάσινγκτον προκαλεί προβληματισμό και στην Τεχεράνη. Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με ειδικούς, είναι εάν οι ΗΠΑ επιδιώκουν την κατάρρευση του καθεστώτος, την πλήρη υποταγή του Ιράν ή έναν συμβιβασμό.
Το νέο μοντέλο οικονομικής πίεσης ενέχει, σύμφωνα με τους αναλυτές, έναν διπλό κίνδυνο: εάν αποτύχει, η Ουάσινγκτον μπορεί να επιστρέψει στη στρατιωτική επιλογή, ενώ εάν προκαλέσει σοβαρή ασφυξία στην Τεχεράνη, το Ιράν ενδέχεται να επιλέξει την κλιμάκωση προκειμένου να σπάσει τον αποκλεισμό.
Έτσι, η οικονομική εκστρατεία κινδυνεύει να λειτουργήσει όχι ως εναλλακτική λύση στον πόλεμο, αλλά ως προοίμιο ενός νέου γύρου στρατιωτικής σύγκρουσης.
Την ίδια ώρα, η ιρανική ηγεσία εμφανίζεται αποφασισμένη να διατηρήσει τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ, ενώ οι διαπραγματεύσεις με την Ουάσινγκτον παραμένουν εξαιρετικά δύσκολες, καθώς η αμοιβαία δυσπιστία έχει ενισχυθεί.
Το αποτέλεσμα είναι ένα εύθραυστο αδιέξοδο, στο οποίο καμία πλευρά δεν φαίνεται έτοιμη να κάνει αποφασιστικό βήμα πίσω. Και, όπως προειδοποιούν οι αναλυτές, όσο ΗΠΑ και Ιράν καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μιας νέας και ακόμη πιο επικίνδυνης κλιμάκωσης.