Στη Βενεζουέλα έφτασε ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, για σειρά επαφών με αξιωματούχους, λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση μιας μεγάλης ενεργειακής συμφωνίας που ενισχύει σημαντικά την αμερικανική παρουσία στον πετρελαϊκό τομέα της χώρας.
Κατά την άφιξή του στο διεθνές αεροδρόμιο Μαϊκέτια, που εξυπηρετεί το Καράκας, ο Ράιτ προανήγγειλε την ανακοίνωση «πολλών συμφωνιών», υποστηρίζοντας ότι οι νέες επενδύσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπερδιπλασιασμό της πετρελαϊκής παραγωγής της Βενεζουέλας τα επόμενα χρόνια.
Ο Αμερικανός υπουργός έκανε λόγο για μια νέα περίοδο σημαντικών επενδύσεων, οι οποίες, όπως εκτίμησε, θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, θα ενισχύσουν τους μισθούς και θα προσφέρουν νέες οικονομικές ευκαιρίες στους πολίτες της χώρας.
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, άνω των 300 δισ. βαρελιών, ωστόσο η παραγωγή της παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, περίπου 1,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έναντι περισσότερων από 3 εκατ. βαρελιών την ημέρα στο ιστορικό της υψηλό.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε στις 28 Αυγούστου ότι η Ουάσινγκτον κατέληξε σε συμφωνία με το Καράκας, βάσει της οποίας αμερικανικά συμφέροντα θα αποκτήσουν τον πλειοψηφικό έλεγχο σε πετρελαϊκά αποθέματα που ξεπερνούν τα 65 δισ. βαρέλια. Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τη συμφωνία «τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή συμφωνία στην παγκόσμια ιστορία», υποστηρίζοντας ότι θα συμβάλει στην αύξηση των αμερικανικών αποθεμάτων.
Από την πλευρά της, η υπηρεσιακή πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, διαβεβαίωσε ότι η χώρα διατηρεί την κυριαρχία της επί των πετρελαϊκών κοιτασμάτων που θα αξιοποιηθούν από αμερικανικές εταιρείες.
Η Εθνοσυνέλευση της χώρας τάχθηκε υπέρ της συμφωνίας, ενώ ο υπουργός Άμυνας, στρατηγός Γκουστάβο Γκονσάλες Λόπες, ανακοίνωσε ότι και οι ένοπλες δυνάμεις την εγκρίνουν. Ωστόσο, από την πλευρά της αντιπολίτευσης διατυπώθηκαν αιτήματα για μεγαλύτερη διαφάνεια και δημοσιοποίηση του πλήρους κειμένου και των όρων της συμφωνίας.
Σύμφωνα με το σχέδιο, η North American Blue Energy Partners (NABEP), εταιρεία που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ, αναμένεται να αποκτήσει δικαιώματα εκμετάλλευσης για 100 χρόνια σε 17 πετρελαιοπηγές, με τα συνολικά αποθέματα των κοιτασμάτων να υπολογίζονται σε περίπου 65 δισ. βαρέλια.
Σε αντάλλαγμα, η εταιρεία θα δίνει στην Ουάσινγκτον τη δυνατότητα να αγοράζει το 20% της παραγωγής της σε τιμή κόστους, με το πετρέλαιο να μεταφέρεται στη συνέχεια για διύλιση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η συμφωνία έχει και σαφή γεωπολιτική διάσταση. Ο Κρις Ράιτ υποστήριξε ότι αποτελεί ευκαιρία για τις ΗΠΑ να ενισχύσουν τη θέση τους απέναντι σε Κίνα και Ρωσία, καθώς σημαντικό μέρος των πετρελαϊκών δραστηριοτήτων της Βενεζουέλας βρισκόταν μέχρι σήμερα υπό την επιρροή εταιρειών των δύο χωρών.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε τη συμφωνία εργαλείο για την οικονομική «εξομάλυνση» της Βενεζουέλας, ενώ ο Ράιτ τόνισε ότι ο σχεδιασμός αποσκοπεί τόσο στην ενίσχυση των αμερικανικών συμφερόντων όσο και στη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάκαμψη της χώρας.
Η εξέλιξη εντάσσεται στη νέα αμερικανική πολιτική απέναντι στη Βενεζουέλα μετά τη στρατιωτική επιχείρηση του Ιανουαρίου και την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει πλέον την επανεκκίνηση της πετρελαϊκής και ενεργειακής βιομηχανίας της χώρας υπό αμερικανική καθοδήγηση, ενώ παράλληλα χαλαρώνει σταδιακά τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί από την Ουάσινγκτον στις εξαγωγές πετρελαίου της Βενεζουέλας από το 2019.
Την ίδια ώρα, η Chevron φέρεται να προετοιμάζει σημαντική ανακοίνωση σχετικά με τις δραστηριότητές της στη χώρα, γεγονός που αναμένεται να προσθέσει νέο κεφάλαιο στη ραγδαία αναδιάταξη του ενεργειακού τοπίου της Βενεζουέλας.