Σε ηλικία 92 ετών πέθανε η Γκλόρια Στέιναμ, μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες και επιδραστικές μορφές του φεμινιστικού κινήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο θάνατός της ανακοινώθηκε μέσω του λογαριασμού της στο Instagram, όπου αναφέρθηκε ότι έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, έχοντας στο πλευρό της αγαπημένα της πρόσωπα.
Η Στέιναμ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του αμερικανικού φεμινισμού κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, πρωτοστατώντας σε εκστρατείες για την ισότητα των φύλων, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα και την προστασία των γυναικών από διακρίσεις και κακοποίηση.
Από τη δημοσιογραφία στον ακτιβισμό
Η Γκλόρια Στέιναμ γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1934 στο Τολέδο του Οχάιο. Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε σε μεγάλο βαθμό ταξιδεύοντας στις ΗΠΑ μαζί με την οικογένειά της, καθώς ο πατέρας της εργαζόταν ως πλανόδιος έμπορος αντικών.
Μετά το διαζύγιο των γονιών της, επέστρεψε στο Οχάιο μαζί με τη μητέρα της, η οποία αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας. Η εμπειρία αυτή επηρέασε βαθιά τη Στέιναμ και συνέβαλε στην απόφασή της να αγωνιστεί για μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική ισχύ των γυναικών.
Το 1956 αποφοίτησε από το Smith College με πτυχίο στις πολιτικές επιστήμες. Στη συνέχεια πέρασε δύο χρόνια στην Ινδία με υποτροφία, προτού εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη και ξεκινήσει τη δημοσιογραφική της πορεία.
Η είσοδός της στον χώρο δεν ήταν εύκολη, καθώς αντιμετώπισε τις προκαταλήψεις της εποχής απέναντι στις γυναίκες δημοσιογράφους. Η μεγάλη δημοσιογραφική αναγνώριση ήρθε το 1963, όταν δημοσίευσε στο περιοδικό Show ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για τα «κουνελάκια» του Playboy.
Για τις ανάγκες της έρευνας χρησιμοποίησε ψευδώνυμο και εργάστηκε για αρκετές εβδομάδες ως εργαζόμενη σε κλαμπ του Playboy. Μέσα από το ρεπορτάζ ανέδειξε τις συνθήκες εργασίας των γυναικών, τις απαιτήσεις για την εμφάνισή τους και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν από την εργοδοσία και τους πελάτες.
Η άνοδος του φεμινιστικού κινήματος
Το 1968 έγινε ιδρυτικό μέλος της συντακτικής ομάδας του New York magazine και ανέλαβε ρόλο πολιτικής αρθρογράφου. Ένα χρόνο αργότερα, το άρθρο της «After Black Power, Women’s Liberation» ενίσχυσε σημαντικά τη φήμη της ως ηγετικής φωνής του φεμινιστικού κινήματος.
Το 1971 συνίδρυσε το Ms., ένα περιοδικό που εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες φεμινιστικές εκδόσεις στις ΗΠΑ. Το 1976, μάλιστα, έγινε το πρώτο περιοδικό εθνικής κυκλοφορίας που έβαλε στο εξώφυλλό του το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας.
Την ίδια περίοδο συμμετείχε στην ίδρυση του National Women’s Political Caucus, με στόχο την ενίσχυση της πολιτικής συμμετοχής των γυναικών και την αύξηση της εκπροσώπησής τους στα νομοθετικά σώματα.
Παράλληλα, η Στέιναμ βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των αγώνων για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, την ισότητα στην εργασία, τα δικαιώματα των γυναικών και την προστασία των παιδιών από την κακοποίηση.
Η προσωπική εμπειρία που επηρέασε τη στάση της για τις αμβλώσεις
Η ίδια είχε αποκαλύψει ότι στα 22 της χρόνια είχε πραγματοποιήσει παράνομα άμβλωση στη Βρετανία. Εκείνη την εποχή οι αμβλώσεις ήταν παράνομες, όμως κατάφερε, όπως είχε περιγράψει, να βρει γιατρό που την παρέπεμψε σε γυναίκα η οποία πραγματοποιούσε κρυφά τέτοιες επεμβάσεις.
Η εμπειρία αυτή αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση της δια βίου δράσης της υπέρ των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, δεν μίλησε δημόσια για την άμβλωση μέχρι το 1969.
Χρόνια αργότερα είχε επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιαζόταν η δημόσια συζήτηση για τις αμβλώσεις ως αντιπαράθεση μεταξύ «υπέρ της επιλογής» και «υπέρ της ζωής», υποστηρίζοντας ότι κανείς δεν επιλέγει μια άμβλωση χωρίς να βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη κατάσταση.
Κριτική και διαφωνίες
Η επιρροή της δεν την προφύλαξε από την κριτική. Ακόμη και στο εσωτερικό του φεμινιστικού κινήματος υπήρξαν φωνές που αμφισβήτησαν την εικόνα της, μεταξύ άλλων εξαιτίας της εμφάνισής της και της επιλογής της να φορά κατά καιρούς μίνι φούστες στις τηλεοπτικές εμφανίσεις της.
Το 1992 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Revolution From Within», στο οποίο επικεντρώθηκε στην αυτοεκτίμηση και την προσωπική ενδυνάμωση. Η Στέιναμ υποστήριζε ότι η κοινωνική αλλαγή προϋποθέτει και την εσωτερική ενδυνάμωση των ανθρώπων. Ορισμένοι επικριτές, ωστόσο, θεώρησαν ότι το έργο απομάκρυνε την ίδια από τον παραδοσιακό ακτιβιστικό της ρόλο.
Η ίδια παρέμεινε ενεργή στην πολιτική και κοινωνική ζωή των ΗΠΑ για δεκαετίες. Ακόμη και μετά τη διάγνωση καρκίνου του μαστού σε ηλικία 52 ετών, συνέχισε τη δημόσια δράση της, έχοντας αντιμετωπίσει την ασθένεια σε πρώιμο στάδιο.
Το 2013, σε ηλικία 79 ετών, τιμήθηκε από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα με το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, μία από τις σημαντικότερες διακρίσεις της χώρας.
Η ζωή και η δράση της μεταφέρθηκαν πολλές φορές στην οθόνη, μεταξύ άλλων στη μίνι σειρά «Mrs. America», ενώ η ίδια έλαβε zahlreiche διακρίσεις για τη δημοσιογραφική και κοινωνική της προσφορά.
Ο γάμος στα 66 και η διαφορετική της ματιά
Η Στέιναμ παντρεύτηκε το 2000, σε ηλικία 66 ετών, τον δικηγόρο και επιχειρηματία Ντέιβιντ Μπέιλ, πατέρα του ηθοποιού Κρίστιαν Μπέιλ. Η απόφαση προκάλεσε έκπληξη, καθώς για χρόνια η ίδια είχε ασκήσει κριτική στον θεσμό του γάμου.
Ο Μπέιλ πέθανε από λέμφωμα μόλις τρία χρόνια αργότερα. Όταν ρωτήθηκε γιατί τελικά επέλεξε να παντρευτεί, η Στέιναμ εξήγησε ότι δεν είχε αλλάξει η ίδια, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μπορούσε πλέον να λειτουργήσει ο γάμος, καθώς, όπως υποστήριξε, ήταν πλέον δυνατό να δημιουργηθεί μια πραγματικά ισότιμη σχέση.
Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέμεινε ενεργή και παρούσα στον δημόσιο διάλογο. Η Στέιναμ είχε επανειλημμένα μιλήσει για τη σημασία του να αξιοποιεί κανείς τον χρόνο του και να μην αναβάλλει όσα θεωρεί σημαντικά.
Με τον θάνατό της κλείνει ένας σημαντικός κύκλος στην ιστορία του αμερικανικού φεμινιστικού κινήματος, με τη Στέιναμ να αφήνει πίσω της μια πολυετή παρακαταθήκη στον αγώνα για τα δικαιώματα και την ισότητα των γυναικών