Μια φαινομενικά τεχνική διαφωνία για δύο λέξεις ήταν αρκετή για να αναδείξει το βάθος της οικονομικής αντιπαράθεσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, οδηγώντας τελικά τη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών της G20 στη Βόρεια Καρολίνα στην ολοκλήρωσή της χωρίς κοινό ανακοινωθέν.
Στο επίκεντρο βρέθηκε ο όρος «non-market» («μη αγοραίες»), τον οποίο η αμερικανική πλευρά επιδίωξε να συμπεριλάβει στο τελικό κείμενο. Η Ουάσιγκτον ήθελε να υπάρξει δέσμευση των χωρών της G20 για την κατάργηση «μη αγοραίων πολιτικών και πρακτικών» που, σύμφωνα με την αμερικανική θέση, συμβάλλουν στην ενίσχυση των παγκόσμιων οικονομικών ανισορροπιών.
Το Πεκίνο, ωστόσο, απέρριψε τη συγκεκριμένη διατύπωση, θεωρώντας ότι αποτελεί έμμεση αναφορά στο κινεζικό οικονομικό μοντέλο και κυρίως στον ρόλο του κράτους και των κρατικών επιχειρήσεων.
Η «κόκκινη γραμμή» του Πεκίνου
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Bloomberg, οι Κινέζοι διαπραγματευτές εκτίμησαν ότι η χρήση του όρου «non-market» θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμμεση κατηγορία κατά της Κίνας.
Η συγκεκριμένη φρασεολογία χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια από την Ουάσιγκτον για να περιγράψει κρατικές παρεμβάσεις που, κατά την αμερικανική άποψη, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και προσφέρουν πλεονεκτήματα σε εγχώριες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών ή κρατικά ελεγχόμενων εταιρειών.
Το Πεκίνο πρότεινε μια διαφορετική διατύπωση, η οποία θα εστίαζε στις παγκόσμιες εμπορικές ανισορροπίες χωρίς να συνδέει το ζήτημα με τον ρόλο των κρατικών επιχειρήσεων. Η πρόταση φέρεται να συγκέντρωσε κάποια υποστήριξη από άλλες χώρες, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η επίτευξη συμφωνίας με τις ΗΠΑ.
Μπέσεντ: Η Κίνα μπλόκαρε το κοινό ανακοινωθέν
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ επέρριψε ανοιχτά την ευθύνη στο Πεκίνο, υποστηρίζοντας ότι η Κίνα ήταν εκείνη που εμπόδισε την επίτευξη ομοφωνίας.
Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά υποστήριξε ότι οι διαφωνίες δεν περιορίστηκαν στις εμπορικές σχέσεις, αλλά αφορούσαν επίσης ζητήματα όπως οι κρίσιμες πρώτες ύλες και η διαχείριση του χρέους.
Παρά την απουσία συναίνεσης, η τελική δήλωση της αμερικανικής προεδρίας της συνόδου διατήρησε την επίμαχη αναφορά, ζητώντας από τις χώρες να εργαστούν για την εξάλειψη «μη αγοραίων πολιτικών και πρακτικών» που εντείνουν τις ανισορροπίες.
Η αντιπαράθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει της προγραμματισμένης συνάντησης του Σι Τζινπίνγκ με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς ο Μπέσεντ αναμένεται να έχει κεντρικό ρόλο στις οικονομικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Στο επίκεντρο το κινεζικό εμπορικό πλεόνασμα
Πίσω από τη διαμάχη για τη διατύπωση κρύβεται μια πολύ ευρύτερη σύγκρουση γύρω από το κινεζικό εξαγωγικό μοντέλο.
Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ανήλθε το 2025 σε επίπεδο-ρεκόρ, περίπου 1,2 τρισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Την ίδια περίοδο, οι ΗΠΑ εμφάνισαν εμπορικό έλλειμμα περίπου 200 δισ. δολαρίων στις συναλλαγές τους με την Κίνα.
Ο Μπέσεντ υποστηρίζει ότι το κινεζικό μοντέλο περιορίζει την εγχώρια κατανάλωση και στηρίζεται υπέρμετρα στις εξαγωγές, ενώ έχει επανειλημμένα επικρίνει τις κρατικές επιδοτήσεις προς τη βιομηχανία.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα έχει αναφέρει την κινεζική αυτοκινητοβιομηχανία BYD, υποστηρίζοντας ότι οι κρατικές ενισχύσεις συμβάλλουν στη διαμόρφωση σημαντικού πλεονεκτήματος έναντι των ανταγωνιστών της.
Ωστόσο, μελέτη της Rhodium Group, την οποία επικαλείται το Bloomberg, παρουσιάζει πιο σύνθετη εικόνα. Εκτιμά ότι οι άμεσες κρατικές επιχορηγήσεις προς την BYD αντιστοιχούσαν σε περίπου 292 δολάρια ανά όχημα, ποσό που αντιπροσωπεύει περίπου το 5% της διαφοράς κόστους έναντι της Tesla στην κινεζική αγορά. Το μεγαλύτερο μέρος του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος αποδίδεται στην καθετοποιημένη παραγωγή και στις οικονομίες κλίμακας.
Η απάντηση του Πεκίνου
Η κινεζική κυβέρνηση απορρίπτει τις αμερικανικές αιτιάσεις ότι το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας αποτελεί προϊόν αθέμιτης κρατικής στήριξης.
Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου έχει επισημάνει ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτούν στρατηγικούς κλάδους, από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα μέχρι την Τεχνητή Νοημοσύνη, κατηγορώντας τη Δύση για εφαρμογή «δύο μέτρων και δύο σταθμών».
Από την πλευρά του, ο διοικητής της κινεζικής κεντρικής τράπεζας, Παν Γκονγκσένγκ, υποστήριξε ότι οι παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες επιτείνονται από την αυξανόμενη προστατευτική πολιτική, την υπερβολική επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας και την αβεβαιότητα στην οικονομική πολιτική.
Παράλληλα, κάλεσε τις χώρες που εμφανίζουν μεγάλα ελλείμματα να περιορίσουν τα δημοσιονομικά τους ανοίγματα και να ενισχύσουν την αποταμίευση.
Έτσι, η διαφωνία για μια φαινομενικά τεχνική διατύπωση ανέδειξε μια πολύ βαθύτερη διαμάχη: οι ΗΠΑ θεωρούν ότι οι κρατικές παρεμβάσεις της Κίνας δημιουργούν στρεβλώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο, ενώ το Πεκίνο υποστηρίζει ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αμφισβητήσει το ίδιο το οικονομικό μοντέλο που βρίσκεται πίσω από την εντυπωσιακή ανάπτυξη της Κίνας.