Τα όπλα που παραμένουν αποθηκευμένα στις εγκαταστάσεις του Ιράν εκτιμάται ότι ενδέχεται να έχουν διατηρηθεί σε καλή κατάσταση, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ισραηλινού στρατού.
Ωστόσο, η επαναφορά της παραγωγής πυραύλων σε πλήρη δυναμικότητα αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες. Άραβες αξιωματούχοι αναφέρουν ότι οι ισραηλινές επιθέσεις έχουν προκαλέσει ζημιές σε χημικές εγκαταστάσεις που είναι απαραίτητες για την παραγωγή υγρών προωθητικών, καθώς και σε βιομηχανικούς αναμικτήρες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή στερεών καυσίμων.
Το Ιράν, έχοντας περιορισμένες δυνατότητες σύγχρονης πολεμικής αεροπορίας, ανέπτυξε το πυραυλικό του πρόγραμμα ήδη από τη δεκαετία του 1980, κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράκ. Έκτοτε, οι πύραυλοι έχουν εξελιχθεί σε βασικό στοιχείο της στρατηγικής αποτροπής της Τεχεράνης απέναντι στους αντιπάλους της.
Η χώρα έχει, άλλωστε, αποδείξει ότι μπορεί να ανασυγκροτεί το πυραυλικό της οπλοστάσιο μετά από ισχυρά πλήγματα. Μετά τον 12ήμερο πόλεμο με το Ισραήλ τον Ιούνιο του 2025, το Τελ Αβίβ έπληξε σημαντικές υποδομές του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος, όμως η Τεχεράνη κατάφερε να αποκαταστήσει τα αποθέματά της ταχύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Η εξέλιξη αυτή είχε οδηγήσει το Ισραήλ να προειδοποιήσει, πριν από το τέλος του 2025, ότι ενδέχεται να απαιτηθούν νέες επιθέσεις κατά του Ιράν.
Η Νικόλ Γκραγιέφσκι, ειδικός στην ιρανική στρατηγική στο Sciences Po του Παρισιού, επισημαίνει ότι το πυραυλικό πρόγραμμα είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό, καθώς διαθέτει μεγαλύτερη δυνατότητα ταχείας ανασυγκρότησης σε σχέση με το πυρηνικό πρόγραμμα και βασίζεται σε ένα εκτεταμένο και διάσπαρτο δίκτυο υποδομών.
Όπως εξηγεί, η σύνθετη αυτή υποδομή δημιουργήθηκε ακριβώς για να περιορίζεται η αποτελεσματικότητα των επιθέσεων που επιχειρούν να εξουδετερώσουν συνολικά το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα.