Η εκλογική κάλπη στη Σουηδία ανέκοψε την πολυετή ανοδική πορεία των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών (SD), χωρίς όμως να περιορίζει την πολιτική επιρροή που έχει αποκτήσει το κόμμα τα τελευταία χρόνια.
Η υποχώρησή του από τη δεύτερη στην τρίτη θέση αποτελεί την πρώτη σημαντική εκλογική απώλεια έπειτα από μια μακρά περίοδο συνεχούς ενίσχυσης, γεγονός που δυσκολεύει πλέον το ενδεχόμενο άμεσης συμμετοχής του στην κυβέρνηση.
Στις εκλογές του 2022, οι Σουηδοί Δημοκράτες είχαν συγκεντρώσει 20,5%, εξελισσόμενοι σε καθοριστικό παράγοντα για τον σχηματισμό της δεξιάς κυβέρνησης του πρωθυπουργού Ουλφ Κρίστερσον. Παρότι δεν συμμετείχαν τυπικά στο κυβερνητικό σχήμα, η στήριξή τους στη συμφωνία Tidö τους έδωσε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής.
Η δυναμική αυτή είχε οδηγήσει τον Κρίστερσον, κατά την έναρξη της φετινής προεκλογικής περιόδου, να αφήσει ανοιχτό για πρώτη φορά το ενδεχόμενο συμμετοχής του SD σε μια μελλοντική κυβέρνηση της δεξιάς, ακόμη και με υπουργικές θέσεις. Το εκλογικό αποτέλεσμα, ωστόσο, περιορίζει σημαντικά αυτό το σενάριο, καθώς δυσκολεύει τον σχηματισμό μιας σταθερής δεξιάς κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Για το SD, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς διακόπτει μια πορεία συνεχούς εκλογικής ανόδου. Το κόμμα ιδρύθηκε το 1988, με τις απαρχές του να συνδέονται με ακροδεξιούς και νεοναζιστικούς κύκλους, και κατάφερε να εισέλθει στο σουηδικό Κοινοβούλιο το 2010. Έκτοτε αύξανε τα ποσοστά του σε κάθε εθνική εκλογική αναμέτρηση, μέχρι τη φετινή υποχώρηση.
Ο επικεφαλής των Σουηδών Δημοκρατών, Γίμι Όκεσον, παραδέχθηκε την απώλεια εκλογικής δύναμης, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι το κόμμα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις ισχυρότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Παράλληλα, άφησε να εννοηθεί ότι η στενή συνεργασία με τα κόμματα της κυβέρνησης μπορεί να είχε πολιτικό κόστος για το SD.
Μία από τις βασικές εξηγήσεις για την πτώση του κόμματος είναι η σταδιακή απώλεια της εικόνας του ως αντισυστημικής δύναμης. Έπειτα από τέσσερα χρόνια κατά τα οποία απέκτησε ουσιαστική επιρροή στις κυβερνητικές αποφάσεις, μέρος του εκλογικού του ακροατηρίου ενδέχεται να στράφηκε προς τους Μετριοπαθείς, οι οποίοι κατέγραψαν καλύτερη επίδοση.
Παρά την εκλογική υποχώρηση, πάντως, η πολιτική παρακαταθήκη των Σουηδών Δημοκρατών παραμένει ισχυρή. Θέσεις που πριν από μία δεκαετία θεωρούνταν χαρακτηριστικές της άκρας δεξιάς έχουν πλέον ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στον κεντρικό πολιτικό διάλογο της χώρας.
Η αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και οι αυξημένες απαιτήσεις για την ένταξη των μεταναστών αποτελούν πλέον βασικές προτεραιότητες όχι μόνο της δεξιάς, αλλά και παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων. Ακόμη και οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν υιοθετήσει πιο αυστηρή γραμμή στα συγκεκριμένα ζητήματα μετά την προηγούμενη εκλογική τους ήττα.
Το επόμενο βήμα θα εξαρτηθεί από τις μετεκλογικές συμμαχίες. Μια πιθανή συνεργασία Μετριοπαθών και Σοσιαλδημοκρατών θα μπορούσε να οδηγήσει τους Σουηδούς Δημοκράτες στη θέση της ισχυρότερης αντιπολιτευτικής δύναμης, ενώ μια κυβέρνηση υπό τους Σοσιαλδημοκράτες χωρίς τη συμμετοχή των Μετριοπαθών θα περιόριζε ακόμη περισσότερο την άμεση επιρροή του SD στην κυβερνητική πολιτική.
Παράλληλα, σημαντικό θα είναι και το πώς θα αντιδράσει η ηγεσία του κόμματος. Εάν το SD εγκαταλείψει τη μετριοπαθέστερη εικόνα που επιχείρησε να καλλιεργήσει τα τελευταία χρόνια και επιστρέψει σε πιο σκληρή ρητορική προκειμένου να επαναφέρει τους ψηφοφόρους του, η πολιτική αντιπαράθεση στη Σουηδία ενδέχεται να γίνει ακόμη πιο πολωμένη.
Η εκλογική ήττα, πάντως, δεν συνεπάγεται απαραίτητα και υποχώρηση της ευρύτερης ακροδεξιάς επιρροής στη χώρα. Δίκτυα και οργανώσεις εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται, να προσελκύουν νέα μέλη και να επιχειρούν να διευρύνουν την παρουσία τους στην κοινωνία.
Έτσι, η κάλπη μπορεί να έβαλε προσωρινά φρένο στις φιλοδοξίες των Σουηδών Δημοκρατών για άμεση συμμετοχή στην κυβέρνηση, δεν ανέτρεψε όμως τη βαθύτερη πολιτική μετατόπιση που έχει συντελεστεί.
Η συζήτηση στη Σουηδία για τη μετανάστευση, την ασφάλεια και την ενσωμάτωση διεξάγεται πλέον σε ένα αισθητά πιο δεξιό πλαίσιο σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.