Ενεργειακό σοκ στην παγκόσμια οικονομία από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή — Πώς επηρεάζεται η Ελλάδα

 
Ενεργειακό σοκ στην παγκόσμια οικονομία από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή — Πώς «αντιδρά» η Ελλάδα

Πηγή Φωτογραφίας: Langevin Jacques/Sygma/Getty Images

Ενημερώθηκε: 15/09/26 - 21:50

Ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια οικονομία προκαλεί η παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή, με την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας να τροφοδοτεί ένα νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων και να επηρεάζει τα επιτόκια, τις αγορές ομολόγων και τελικά το κόστος δανεισμού κρατών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Η διεθνής τιμή του Brent έχει αυξηθεί κατά 47,5% από την έναρξη της κρίσης, φτάνοντας στα 107,5 δολάρια το βαρέλι. Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκονται οι ενεργειακές ροές μέσω του Στενού του Ορμούζ, αλλά και η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα, όπου οι επιθέσεις και οι απειλές των Χούθι διατηρούν υψηλή την αβεβαιότητα για τη ναυσιπλοΐα.

Πρόσθετη πίεση στην αγορά προκαλούν τα προβλήματα στις σαουδαραβικές εξαγωγές αργού μετά το πλήγμα σε κρίσιμη ενεργειακή υποδομή της χώρας. Η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, σε συνδυασμό με τα αυξημένα ναύλα και το υψηλότερο μεταφορικό κόστος, επιβαρύνει περαιτέρω τις διεθνείς τιμές.

Στα 2,20 ευρώ η αμόλυβδη στην Ελλάδα

Το ενεργειακό σοκ έχει περάσει ήδη στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές. Στην Ελλάδα, η μέση τιμή της αμόλυβδης κινείται πλέον περίπου στα 2,20 ευρώ το λίτρο, παρά την κρατική επιδότηση των 10 λεπτών. Χωρίς την επιδότηση, η τιμή θα πλησίαζε τα 2,30 ευρώ το λίτρο.

Πριν από την έναρξη της κρίσης, η αμόλυβδη βρισκόταν περίπου στα 1,75 ευρώ, ενώ σημαντικά μεγαλύτερη είναι αναλογικά η επιβάρυνση στο πετρέλαιο κίνησης, η τιμή του οποίου έχει αυξηθεί από 1,57 ευρώ σε περίπου 2,12 ευρώ το λίτρο.

Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν σταματούν στα πρατήρια. Η άνοδος του πετρελαίου επηρεάζει το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο θέρμανσης και το ηλεκτρικό ρεύμα, αυξάνοντας το κόστος των μεταφορών και της παραγωγής. Μέρος αυτής της επιβάρυνσης μεταφέρεται σταδιακά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, δημιουργώντας τον κίνδυνο ενός ευρύτερου κύματος ανατιμήσεων.

Νέα πίεση στον πληθωρισμό και στα επιτόκια

Η επανεμφάνιση ισχυρών πληθωριστικών πιέσεων αλλάζει τα δεδομένα και για τις κεντρικές τράπεζες, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο να διατηρήσουν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή ακόμη και να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε το βασικό της επιτόκιο στο 2,5%, επιχειρώντας να περιορίσει τις νέες πληθωριστικές πιέσεις, ενώ οι αγορές παρακολουθούν τις επόμενες κινήσεις τόσο της ΕΚΤ όσο και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.

Το οικονομικό «ντόμινο» είναι σαφές: ακριβότερη ενέργεια οδηγεί σε υψηλότερο πληθωρισμό, ο πληθωρισμός διατηρεί ψηλά τα επιτόκια και τα υψηλά επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού.

Στα ύψη οι αποδόσεις των ομολόγων

Οι πιέσεις είναι ήδη εμφανείς στις διεθνείς αγορές ομολόγων. Το αμερικανικό δεκαετές κινείται κοντά στο 5%, το αντίστοιχο βρετανικό στο 5,3%, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων της Γαλλίας και της Ιταλίας βρίσκονται κοντά στο 4,4%.

Η άνοδος των αποδόσεων σημαίνει υψηλότερο κόστος αναχρηματοδότησης για τα κράτη, ιδιαίτερα για οικονομίες με μεγάλο δημόσιο χρέος. Καθώς μεγαλύτερο μέρος των κρατικών προϋπολογισμών κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους, περιορίζονται τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια για επενδύσεις, κοινωνικές δαπάνες και μέτρα στήριξης απέναντι στην ακρίβεια.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο καθώς οι κυβερνήσεις καλούνται ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσουν αυξημένες αμυντικές δαπάνες εξαιτίας της γεωπολιτικής αστάθειας και να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές συνέπειες της ενεργειακής κρίσης.

Πιο ανθεκτική προς το παρόν η Ελλάδα

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα εμφανίζει προς το παρόν καλύτερη εικόνα στην αγορά κρατικού χρέους σε σύγκριση με ορισμένες μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς κινείται γύρω στο 4,28%.

Η χώρα έχει ήδη καλύψει το μεγαλύτερο μέρος των δανειακών αναγκών της για το έτος, περιορίζοντας την ανάγκη προσφυγής στις αγορές σε μια περίοδο αυξημένου κόστους χρήματος. Παράλληλα, οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους συμβάλλουν στη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ.

Η άνοδος των επιτοκίων, ωστόσο, δεν αφήνει ανεπηρέαστη την ελληνική οικονομία. Το αυξημένο κόστος χρήματος μεταφέρεται στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και στα δάνεια των νοικοκυριών, την ώρα που οι υψηλές τιμές καυσίμων επιβαρύνουν ήδη τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Όλα θα κριθούν από τη διάρκεια της κρίσης

Καθοριστικός παράγοντας για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας παραμένει η διάρκεια της αναταραχής στις ενεργειακές αγορές. Εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια για παρατεταμένο διάστημα και οι βασικές θαλάσσιες οδοί συνεχίσουν να βρίσκονται υπό πίεση, οι πληθωριστικές επιπτώσεις θα γίνουν εντονότερες.

Αντίθετα, μια αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και η ομαλοποίηση των ενεργειακών ροών θα μπορούσαν να περιορίσουν τις πιέσεις στις τιμές και να προσφέρουν μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων στις κεντρικές τράπεζες.

Προς το παρόν, πάντως, η διεθνής οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας, με την ενέργεια να αποτελεί τον πρώτο κρίκο μιας αλυσίδας που φτάνει από την αντλία του πρατηρίου έως τα επιτόκια των δανείων και το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ