Νέα ομοσπονδιακά στοιχεία φέρνουν στο φως τη διαδρομή εκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία κατέληξαν στη χρηματοδότηση κυβερνητικών τηλεοπτικών σποτ με πρωταγωνιστή τον Ντόναλντ Τραμπ.
Συγκεκριμένα, στις 19 Σεπτεμβρίου, το Γραφείο Διαχείρισης και Προϋπολογισμού του Λευκού Οίκου ενέκρινε τη μεταφορά 20 εκατομμυρίων δολαρίων στην Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων (CBP), φέροντας ως επίσημη δικαιολογία τη διεξαγωγή «επετειακών εκδηλώσεων».
Μόλις την επομένη, το ίδιο ποσό διοχετεύθηκε στην εταιρεία LMD Agency μέσω σύμβασης για μια εθνική διαφημιστική εκστρατεία («National Media Campaign»), η οποία άρχισε να προβάλλεται σχεδόν αμέσως στη μικρή οθόνη.
Τα κονδύλια προέρχονται από το ευρύτερο φορολογικό και δημοσιονομικό νομοσχέδιο του 2025, το οποίο προέβλεπε 6,2 δισεκατομμύρια δολάρια για τη συνοριακή ασφάλεια. Η ασφάλεια των συνόρων παραμένει στον πυρήνα της πολιτικής ατζέντας της κυβέρνησης, η οποία επιστρατεύει κάθε μέσο για την προβολή της — από διαφημίσεις μέχρι παιχνίδια τύπου arcade στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου.
Η καμπάνια περιλαμβάνει τρία διαφορετικά σποτ που προβάλλονται ευρέως σε ζώνες υψηλής τηλεθέασης, όπως οι αγώνες του NFL, με το συνολικό κόστος προβολής να ξεπερνά ήδη τα 1,7 εκατομμύρια δολάρια σύμφωνα με την AdImpact.
Το πρώτο από αυτά, με τίτλο «Final Battle», αποτελεί μια σχεδόν αυτούσια επανάληψη προεκλογικού βίντεο του 2024, όπου ο Τραμπ εμφανίζεται σε ασπρόμαυρο φόντο να μιλά για την «τελική μάχη» ενάντια στο «βαθύ κράτος» και τους «πολεμοκάπηλους», με μόνη ουσιαστική αλλαγή την τελική ένδειξη «Paid for by the U.S. Government».
Το δεύτερο σποτ βασίζεται σε ομιλία του Αμερικανού προέδρου στο Όρος Ράσμορ με αναφορές στη «χρυσή εποχή της Αμερικής», ενώ το τρίτο εστιάζει στην προβολή πατριωτικών μηνυμάτων και κυβερνητικών επιτευγμάτων.
Η χρήση δημόσιου χρήματος για βίντεο που θυμίζουν έντονα προεκλογική εκστρατεία έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις. Δημοκρατικοί γερουσιαστές, όπως η Πάτι Μάρεϊ και ο Κρις Μέρφι, ζητούν εξηγήσεις από το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας για τη σκοπιμότητα και τη διαφάνεια της δαπάνης.
Παράλληλα, σοβαρές επιφυλάξεις εκφράζουν και στελέχη των Ρεπουμπλικανών, όπως οι γερουσιαστές Τζον Θουν και Τομ Τίλις, σημειώνοντας πως, παρότι συμφωνούν με το περιεχόμενο των μηνυμάτων, η χρηματοδότησή τους δεν θα έπρεπε να επιβαρύνει τους Αμερικανούς φορολογουμένους.
Από την πλευρά του, ο Λευκός Οίκος απορρίπτει τις αιτιάσεις, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ενημερωτικά μηνύματα δημόσιου συμφέροντος με αμιγώς εκπαιδευτικό και πατριωτικό χαρακτήρα.