Τουλάχιστον 12 άνθρωποι σκοτώθηκαν και άλλοι 309 τραυματίστηκαν στην επίθεση που σημειώθηκε το Σάββατο στο Διεθνές Αεροδρόμιο Βασιλιά Χαλίντ, στο Ριάντ, σύμφωνα με ανακοίνωση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας της Σαουδικής Αραβίας την Κυριακή.
Τέσσερις υπήκοοι Σαουδικής Αραβίας και οκτώ αλλοδαποί, ανάμεσά τους αμερικανός πολίτης, σκοτώθηκαν στην επίθεση, διευκρίνισε η υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας σε ανακοίνωσή της.
Πρόκειται για την πιο πολύνεκρη επίθεση στη χώρα από τον Αύγουστο του 2015, όταν ενέργεια αποδοθείσα στην τζιχαντιστική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) είχε στοιχίσει τη ζωή σε 15 ανθρώπους μέσα στο ισλαμικό τέμενος στο αρχηγείο των ειδικών δυνάμεων στην Άμπχα (νότια).
«Η επίθεση με στόχο το διεθνές αεροδρόμιο Βασιλιάς Χαλίντ στο Ριάντ (…) είχε αποτέλεσμα 12 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων υπηκόων Σαουδικής Αραβίας, δύο υπηκόων Μπανγκλαντές, ενός υπηκόου ΗΠΑ, ενός υπηκόου Αιγύπτου, ενός υπηκόου Αργεντινής, ενός υπηκόου Συρίας, ενός Παλαιστίνιου κι ενός υπηκόου Σουδάν», ανέφερε η αρχή μέσω X.
Πύραυλος έπληξε τερματικό σταθμό επιβατών του αεροδρομίου το οποίο ανέστειλε τη λειτουργία του με εκτροπή πτήσεων, σύμφωνα με ανακοίνωση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας της χώρας.
Γιατροί εκλήθησαν εκτάκτως στα νοσοκομεία του Ριάντ, δήλωσε ιατρική πηγή, περιγράφοντας «σοβαρή κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και διευκρινίζοντας ότι πολλοί τραυματίες βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση.
«Οι Χούθι επιτίθενται κατά μη στρατιωτικών στόχων. Το αεροδρόμιο του Ριάντ είναι μη στρατιωτικός στόχος», δήλωσε η διπλωματική πηγή διευκρινίζοντας ότι πύραυλος έπληξε το αεροδρόμιο «περί τις 15.00», με τις πρώτες εικόνες να δείχνουν καπνό.
Οι Χούθι ανέλαβαν την ευθύνη για την επίθεση, με τον υψηλόβαθμο αξιωματούχο της οργάνωσης Μοχάμεντ αλ Μπουχάιτι να δηλώνει ότι πραγματοποιήθηκε ως αντίποινα για τους σαουδαραβικούς βομβαρδισμούς στην Υεμένη. Οι αντάρτες υποστηρίζουν ότι η Υεμένη έχει δεχθεί εκατοντάδες αεροπορικές επιδρομές τις τελευταίες εβδομάδες, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν παιδιά και άλλοι άμαχοι. Παράλληλα, οι Χούθι έχουν εξαπολύσει αλλεπάλληλες αιματηρές επιθέσεις εναντίον αεροδρομίων στο Ριάντ και στην Aμπχα, στη νότια Σαουδική Αραβία.
Η αμερικανική πρεσβεία στο Ριάντ και άλλες δυτικές διπλωματικές αποστολές κάλεσαν τους πολίτες τους να αποφεύγουν την περιοχή του αεροδρομίου, προειδοποιώντας για προβλήματα στις μετακινήσεις.
Μιλώντας στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι μόλις είχε ενημερωθεί για την επίθεση και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «λάβουν μια απόφαση» σχετικά με το ενδεχόμενο παρέμβασης στη σύγκρουση, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Η στρατιωτική συμμαχία υπό τη Σαουδική Αραβία που υποστηρίζει τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης κατηγόρησε το υεμενίτικο κίνημα ανταρτών Ανσαραλά --γνωστό επίσης με το επώνυμο της οικογένειας των ηγετών του, των Χούθι--, που πρόσκειται στο Ιράν, για την επίθεση, καταγγέλλοντας «έγκλημα πολέμου» και διαμηνύοντας το βασίλειο εννοεί να «ανταποδώσει με αποφασιστικότητα» την «τρομοκρατική» ενέργεια.
«Επικίνδυνη κλιμάκωση»
Η συμμαχία ενημέρωσε ακόμη πως βλήμα κατέπεσε κοντά στο αεροδρόμιο της Νταμάμ, στο ανατολικό τμήμα της χώρας. Μαζί με αυτό στην Τζέντα (δυτικά), η συγκεκριμένη υποδομή αποτελεί εναλλακτική στο αεροδρόμιο του Ριάντ.
Και ακόμη, ανακοίνωσε την «αναχαίτιση και καταστροφή στην επαρχία αλ Χαρτζ βαλλιστικού πυραύλου» της Ανσαραλά. Στην επαρχία αυτή βρίσκεται η αεροπορική βάση Πρίγκιπας Σουλτάν.
Επιθέσεις όπως η χθεσινή «εγείρουν σοβαρή απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια, διαιωνίζουν τον κύκλο της βίας και περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες για την αποκατάσταση της ειρήνης στην Υεμένη», τόνισε ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ στην Υεμένη, ο Χανς Γκρούντμπεργκ, σε ανακοίνωση που δημοσιοποιήθηκε από τις υπηρεσίες του μέσω X.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες δήλωσε «σοκαρισμένος» μετά την επίθεση, που «καταδίκασε σθεναρά», θυμίζοντας πως ενέργειες εναντίον «πολιτών ή πολιτικών υποδομών παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο».
Η Ανσαραλά είχε ανακοινώσει την Τετάρτη και την Πέμπτη ότι έβαλε στο στόχαστρο τον αερολιμένα του Ριάντ. Τρεις υπήκοοι Σαουδικής Αραβίας, ανάμεσά τους πιλότος, σκοτώθηκαν την Πέμπτη. Υπήκοοι της Αιγύπτου, της Αλγερίας και του Σουδάν σκοτώθηκαν την Τετάρτη.
Το εύρος και η συχνότητα των επιθέσεων των ανταρτών εναντίον του Ριάντ τις τελευταίες ημέρες είναι άνευ προηγουμένου από το 2014, όταν γενικεύτηκε ο πόλεμος ανάμεσα στην Ανσαραλά και τις δυνάμεις της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης. Η στρατιωτική συμμαχία υπό το Ριάντ επενέβη στον πόλεμο στην Υεμένη τον Μάρτιο του 2015.
«Σοβαρή κατάσταση έκτακτης ανάγκης»
Οι επιθέσεις της Ανσαραλά καταγράφηκαν λίγο καιρό προτού διεξαχθεί μέσα σε αυτόν τον μήνα μεγάλη εκδήλωση για τις επενδύσεις, που κατά κανόνα προσελκύει ξένους επικεφαλής μεγάλων εταιρειών, μορφές του επιχειρηματικού κόσμου.
Δεκάδες ασθενοφόρα έσπευσαν προς το αεροδρόμιο. «Μας είπαν πως αντιμετωπίζουμε ‘σοβαρή κατάσταση έκτακτης ανάγκης’», καθώς τραυματίες διακομίζονταν σε «διάφορα νοσοκομεία της πρωτεύουσας», είπε στο AFP ιατρική πηγή στο Ριάντ.
Ανάμεσα στα θύματα ήταν πολλοί προσκυνητές, ανέφεραν δυο γιατροί.
Η Σαουδική Αραβία, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αργού στον κόσμο, σπανίως αναγνωρίζει ότι επλήγησαν πολιτικοί στόχοι.
«Πιθανά» αμερικανικά πλήγματα
Σύμφωνα με αμερικανικά ΜΜΕ, το βασίλειο έχει ζητήσει επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα από την Ουάσιγκτον βοήθεια για την αντιμετώπιση των Χούθι.
Οι αντάρτες εξαπέλυσαν επίθεση-αστραπή τον Σεπτέμβριο στην Υεμένη, καταλαμβάνοντας τα παράλια στην Ερυθρά θάλασσα κι εδραιώνοντας τον έλεγχό τους στο στρατηγικής σημασίας στενό Μπαμπ ελ Μάντεμπ. Βρίσκεται σε εξέλιξη αντεπίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων, με σαουδαραβική αεροπορική υποστήριξη.
Πηγές του Γαλλικού Πρακτορείου στις κυβερνητικές δυνάμεις στην Υεμένη διαβεβαίωναν χθες ότι σημειώνεται προέλαση στην περιοχή του στενού Μπαμπ ελ Μάντεμπ, αλλά χωρίς ακόμη να έχει αποκατασταθεί ο έλεγχός τους στη θαλάσσια οδό αυτή, η σημασία της οποίας αυξήθηκε αφού το Ιράν επέβαλε περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα στο στενό του Ορμούζ, στην άλλη πλευρά της αραβικής χερσονήσου.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές και αξιωματούχο της Ανσαραλά, γίνονται ακόμη μάχες για το νησί Μαγιούν, στην καρδιά του περάσματος.
«Οι δυνάμεις μας διατηρούν τον έλεγχο του Μπαμπ ελ Μάντεμπ, του νησιού Μαγιούν και άλλων περιοχών κατά μήκος των δυτικών υεμενίτικων ακτών, είπε στο AFP ο Χιζάμ αλ Ασάντ, μέλος του πολιτικού γραφείου της Ανσαραλά.
Οι ανακοινώσεις των εμπόλεμων πλευρών είναι αδύνατο να επαληθευτούν με ανεξάρτητο τρόπο, καθώς η κατάσταση μεταβάλλεται ταχύτατα και η πρόσβαση για τους δημοσιογράφους είναι από δύσκολη ως αδύνατη.