Ισραήλ – Σαουδική Αραβία: Το μυστικό δίκτυο πληροφοριών και η κοινή απειλή των Χούθι

 
σαουδικη αραβια και ισραηλ

Πηγή Φωτογραφίας: Reuters

Ενημερώθηκε: 15/10/26 - 14:16

Η μυστική συνεργασία των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών με τη Σαουδική Αραβία, η οποία φαίνεται να ενισχύεται με φόντο την αυξανόμενη απειλή των Χούθι στην Υεμένη, αποκαλύπτει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει η ανταλλαγή πληροφοριών στις διεθνείς σχέσεις του Ισραήλ.

Την ίδια ώρα, οι σχέσεις των ισραηλινών υπηρεσιών με τη Βρετανία δοκιμάζονται, καθώς οι πολιτικές διαφωνίες μεταξύ των δύο χωρών απειλούν να επηρεάσουν τη συνεργασία τους στον τομέα της ασφάλειας.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του ισραηλινού Τύπου, η συνεργασία Ισραήλ – Σαουδικής Αραβίας έχει τις ρίζες της αρκετές δεκαετίες πίσω. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ισραηλινά μεταγωγικά αεροσκάφη πετούσαν κατά μήκος των σαουδαραβικών ακτών, μεταφέροντας στρατιωτικό εξοπλισμό, ο οποίος ριπτόταν με αλεξίπτωτα σε φιλοβασιλικούς αντάρτες στην Υεμένη. Η επιχείρηση, που είχε την κωδική ονομασία «Σάλτσα» (Operation Sauce), σχεδιάστηκε σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο και αποκαλύφθηκε αρκετές δεκαετίες αργότερα. Θεωρείται η πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ του Ισραήλ και μιας αραβικής πλευράς.

Οι απευθείας μυστικές επαφές μεταξύ των δύο χωρών φέρεται να ξεκίνησαν το 2006, επί ηγεσίας του τότε διευθυντή της Μοσάντ, Μεΐρ Νταγκάν. Ο ίδιος θεωρείται ο πρώτος Ισραηλινός που ήρθε σε άμεση επικοινωνία με αξιωματούχους του βασιλείου.

Όταν ο Εγιάλ Τσιρ Κοέν ανέλαβε, το 2010, τη διεύθυνση του τμήματος Μέσης Ανατολής στη διεύθυνση Τέβελ της Μοσάντ, οι επαφές είχαν ήδη εδραιωθεί. Όπως αναφέρει ο ίδιος, παρέλαβε μια σχέση που είχε αναπτύξει η υπηρεσία με τη Σαουδική Αραβία, η οποία ωστόσο παρέμενε εξαιρετικά διακριτική.

Αρχικά, οι επικοινωνίες πραγματοποιούνταν κυρίως μέσω τρίτων. Αμερικανοί μεσολαβητές, για παράδειγμα, μπορούσαν να διευκολύνουν συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων της Μοσάντ στην Ουάσιγκτον και Σαουδαράβων διπλωματών, ακόμη και στο περιθώριο εκδηλώσεων στον Λευκό Οίκο.

Μεταξύ των σημαντικότερων προσώπων που συμμετείχαν σε αυτές τις επαφές ήταν ο πρίγκιπας Μπαντάρ μπιν Σουλτάν, πρώην πρεσβευτής της Σαουδικής Αραβίας στις ΗΠΑ και μία από τις επιδραστικότερες προσωπικότητες της σαουδαραβικής εξωτερικής πολιτικής.

Από τις μυστικές επαφές στη συνεργασία κατά των Χούθι

Στόχος του Ισραήλ ήταν να μετατρέψει τις επαφές μέσω τρίτων σε απευθείας συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών, να διευρύνει τους διαύλους επικοινωνίας με πολιτικούς αξιωματούχους και, τελικά, να αποκτήσει πρόσβαση στα ανώτατα κλιμάκια της σαουδαραβικής ηγεσίας.

Η διαδικασία αυτή δεν ήταν εύκολη, καθώς το Ριάντ ανησυχούσε για το ενδεχόμενο δημόσιας αποκάλυψης των σχέσεών του με το Ισραήλ. Για τον λόγο αυτό, η ισραηλινή πλευρά επιδίωκε σταδιακά να ενισχύσει τις επαφές σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο, ακόμη και μέσω συναντήσεων που δεν είχαν άμεσο επιχειρησιακό ή στρατιωτικό όφελος.

Πίσω από τη συνεργασία βρίσκονταν αμοιβαία συμφέροντα. Η Σαουδική Αραβία επιδίωκε να αποκτήσει πρόσβαση σε ισραηλινές πληροφορίες και προηγμένες δυνατότητες στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, ενώ το Ισραήλ αναζητούσε διαύλους επικοινωνίας με την ηγεσία ενός από τα ισχυρότερα κράτη της Μέσης Ανατολής, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στο Ιράν.

Η συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών συνέβαλε στη διαμόρφωση του εδάφους για τις μεταγενέστερες διπλωματικές επαφές, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων συζητήσεων για εξομάλυνση των σχέσεων τους μήνες πριν από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023.

Παρά τις κατά καιρούς αποκαλύψεις, όπως εκείνες για την παροχή του κατασκοπευτικού λογισμικού Pegasus της ισραηλινής εταιρείας NSO στη Σαουδική Αραβία, το μεγαλύτερο μέρος της συνεργασίας παρέμεινε μυστικό.

Νέα διάσταση στις σχέσεις των δύο πλευρών φέρεται να δόθηκε πρόσφατα, όταν, σύμφωνα με δημοσίευμα της ισραηλινής εφημερίδας Israel Hayom, η Σαουδική Αραβία απευθύνθηκε στο Ισραήλ μέσω της αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM), ζητώντας πληροφορίες για την αντιμετώπιση των Χούθι στην Υεμένη.

Η κίνηση αυτή καταδεικνύει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, την περαιτέρω αναβάθμιση της συνεργασίας, η οποία είχε ήδη ενισχυθεί σημαντικά κατά τη θητεία του Αμερικανού στρατηγού Μάικλ Έρικ Κουρίλα στην ηγεσία της CENTCOM.

Ο ηγέτης των Χούθι, Αμπντούλ-Μαλίκ αλ-Χούθι, υποστήριξε μάλιστα σε ομιλία του ότι η Σαουδική Αραβία, σε αντάλλαγμα για τις πληροφορίες που έλαβε από το Ισραήλ, επέτρεψε σε ισραηλινά αεροσκάφη συλλογής πληροφοριών να χρησιμοποιούν τον εναέριο χώρο και τα αεροδρόμιά της για επιχειρήσεις κατά της Υεμένης. Οι δύο χώρες δεν έχουν επιβεβαιώσει δημοσίως τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.

Οι πληροφορίες ως εργαλείο διπλωματικής πίεσης

Η ανταλλαγή πληροφοριών δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην αποτροπή τρομοκρατικών επιθέσεων ή στην ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας. Αποτελεί επίσης μέσο διπλωματικής επιρροής, καθώς η παροχή κρίσιμων πληροφοριών μπορεί να δημιουργήσει σχέσεις εξάρτησης και να ενισχύσει τη θέση μιας χώρας απέναντι στους εταίρους της.

Όπως εξηγεί πρώην ανώτερος αξιωματούχος της ισραηλινής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, το αντάλλαγμα για την παροχή πληροφοριών δεν είναι απαραίτητα άμεσο ή ισοδύναμο. Μπορεί να αφορά στρατηγικά οφέλη, πρόσβαση σε πληροφορίες που διαθέτει ο εταίρος ή ενίσχυση των πολιτικών σχέσεων.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι ισραηλινές υπηρεσίες έχουν συμβάλει στην αποτροπή σχεδίων δολοφονίας υψηλόβαθμων αξιωματούχων, τρομοκρατικών επιθέσεων με μεγάλο αριθμό θυμάτων και επιθέσεων κατά στρατιωτικών στόχων.

Μεταξύ των περιπτώσεων που αναφέρονται είναι η παροχή πληροφοριών στις ΗΠΑ για φερόμενο ιρανικό σχέδιο δολοφονίας του Ντόναλντ Τραμπ, η αποτροπή τρομοκρατικής επίθεσης στη Γαλλία κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2024 και η εξάρθρωση σχεδίου επίθεσης σε αυστραλιανό επιβατικό αεροσκάφος το 2018.

Επιπλέον, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ισραηλινές πληροφορίες συνέβαλαν πρόσφατα στην αποτροπή σχεδίου επίθεσης κατά της βρετανικής αεροπορικής βάσης RAF Φέρφορντ, η οποία φέρεται να αποτελούσε στόχο ιρανικού σχεδίου.

Το Ισραήλ, σύμφωνα με ξένα δημοσιεύματα που επικαλείται το άρθρο, διατηρεί συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών με τουλάχιστον 25 χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, ευρωπαϊκά κράτη, χώρες του Περσικού Κόλπου και κράτη της Λατινικής Αμερικής, όπως η Βραζιλία και ο Παναμάς.

Η συνεργασία, ωστόσο, δεν είναι μονόδρομη. Οι ισραηλινές υπηρεσίες λαμβάνουν επίσης κρίσιμες πληροφορίες από ξένους εταίρους. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά σε φερόμενη προειδοποίηση του προέδρου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ αλ Ναχιάν, προς τον Μπενιαμίν Νετανιάχου πριν από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχει αρνηθεί ότι έλαβε σχετική προειδοποίηση, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι τυχόν συναφείς πληροφορίες θα μπορούσαν να έχουν διαβιβαστεί μέσω των υπηρεσιών πληροφοριών.

Το παλαιστινιακό ζήτημα αποτελεί, σύμφωνα με αξιωματούχους που επικαλείται το δημοσίευμα, μία από τις περιπτώσεις στις οποίες η ανταλλαγή πληροφοριών είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, λόγω των διπλωματικών ευαισθησιών που το περιβάλλουν.

Σε δοκιμασία η συνεργασία με τη Βρετανία

Την ώρα που οι σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία φαίνεται να ενισχύονται, η συνεργασία των ισραηλινών υπηρεσιών με τη Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις.

Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν πριν από περίπου έναν μήνα, ο επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών MI6 προειδοποίησε τον Βρετανό πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών ότι η απόφαση της κυβέρνησης να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στο Ισραήλ, λόγω της πολιτικής του στην Ιουδαία και τη Σαμάρεια, θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη συνεργασία των δύο υπηρεσιών.

Η ανησυχία, σύμφωνα με το δημοσίευμα, συνδέεται με τις προηγμένες ισραηλινές δυνατότητες στον τομέα των πληροφοριών και της κυβερνοασφάλειας. Ο πρώην ανώτερος αξιωματούχος της CIA Ραλφ Γκοφ υποστήριξε ότι οι ισραηλινές δυνατότητες στον κυβερνοχώρο υπερβαίνουν εκείνες της MI6.

Η στενή συνεργασία μεταξύ Ισραήλ και Βρετανίας έχει διαμορφωθεί επί σειρά ετών, ενώ οι σχέσεις των ισραηλινών υπηρεσιών με τις αμερικανικές θεωρούνται από τις σημαντικότερες του δικτύου τους.

Η συνεργασία αυτή αποτυπώνεται και στις σχέσεις της μονάδας 8200 του ισραηλινού στρατού με την αμερικανική Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας (NSA), καθώς και με τη βρετανική υπηρεσία GCHQ, που ειδικεύεται στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την κυβερνοασφάλεια.

Οι επαφές μεταξύ της μονάδας 8200 και της NSA ξεκίνησαν μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973, αρχικά με τη μεσολάβηση της CIA και στη συνέχεια σε απευθείας επίπεδο. Έκτοτε, οι συναντήσεις πραγματοποιούνται τακτικά, ενώ η συνεργασία έχει επεκταθεί και σε άλλους τομείς.

Η συνεργασία ως πολλαπλασιαστής ισχύος

Η ανάπτυξη των τεχνολογιών βιομετρικής αναγνώρισης έχει καταστήσει δυσκολότερη τη δράση πρακτόρων της Μοσάντ σε ξένες χώρες, γεγονός που ενισχύει τη σημασία της συνεργασίας με τις υπηρεσίες πληροφοριών άλλων κρατών.

Ο Εγιάλ Τσιρ Κοέν, ο οποίος είχε την ευθύνη των διεθνών σχέσεων της Μοσάντ μέσω της διεύθυνσης Τέβελ, περιγράφει τη συνεργασία ως έναν «πολλαπλασιαστή ισχύος», καθώς επιτρέπει την αξιοποίηση των δυνατοτήτων άλλων υπηρεσιών και διευρύνει την πρόσβαση σε πληροφορίες που θα ήταν δύσκολο να συγκεντρωθούν αυτόνομα.

Αντίστοιχα, ο απόστρατος ταξίαρχος Ασάφ Οριόν, ο οποίος συνέβαλε στη δημιουργία του τμήματος διεθνούς συνεργασίας της ισραηλινής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, επισημαίνει ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στις δικές του δυνατότητες. Η συνεργασία επιτρέπει την πρόσβαση σε τεχνογνωσία, δίκτυα και επιχειρησιακούς πόρους που διαθέτουν άλλες χώρες.

Η συγκεκριμένη υπηρεσία έχει διπλασιάσει το προσωπικό της τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ενώ διαθέτει ξεχωριστά τμήματα για την Αμερική, την Ευρώπη και την ευρύτερη περιφερειακή περιοχή. Η οργάνωση των επαφών περιλαμβάνει όχι μόνο την ανταλλαγή πληροφοριών, αλλά και την προετοιμασία συναντήσεων, την επιλογή κατάλληλων συνομιλητών και την καλλιέργεια προσωπικών σχέσεων μεταξύ αξιωματούχων.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν, επίσης, η εμπιστοσύνη και η προστασία των πηγών. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτες χώρες εγκρίνεται συνήθως από την ηγεσία της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από ακόμη υψηλότερα κλιμάκια, όπως τον αρχηγό του ισραηλινού στρατού, τον επικεφαλής της Μοσάντ ή τον πρωθυπουργό.

Οι πληροφορίες διαβιβάζονται συχνά σε επεξεργασμένη μορφή, ώστε να αποκαλύπτεται το ουσιαστικό περιεχόμενο χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ταυτότητα των πηγών.

Η διαρροή Τραμπ και τα όρια της εμπιστοσύνης

Το δημοσίευμα αναφέρεται και σε περιστατικό από την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος κοινοποίησε στον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών πληροφορίες που είχαν διαβιβαστεί από το Ισραήλ σχετικά με σχέδιο του Ισλαμικού Κράτους για την κατάρριψη επιβατικών αεροσκαφών με τη χρήση φορητών υπολογιστών που περιείχαν εκρηκτικά.

Η πληροφορία έφτασε στη συνέχεια στα μέσα ενημέρωσης, προκαλώντας ανησυχία στην ισραηλινή πλευρά, καθώς υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθεί πηγή πληροφοριών εντός της τρομοκρατικής οργάνωσης.

Ο Τραμπ αρνήθηκε τότε να ζητήσει συγγνώμη, υποστηρίζοντας ότι είχε το δικαίωμα να μοιράζεται ευαίσθητες πληροφορίες με όποιον επέλεγε. Σύμφωνα με Ισραηλινούς αξιωματούχους που επικαλείται το δημοσίευμα, έκτοτε ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να έχει αποκτήσει μεγαλύτερη εξοικείωση με τον χειρισμό των πληροφοριών που λαμβάνει από τους εταίρους των ΗΠΑ.

Η υπόθεση αναδεικνύει το βασικό δίλημμα της διεθνούς συνεργασίας στον τομέα των πληροφοριών: η ανταλλαγή δεδομένων μπορεί να ενισχύσει την ασφάλεια, να αποτρέψει επιθέσεις και να ανοίξει διπλωματικούς διαύλους, αλλά προϋποθέτει εμπιστοσύνη και αυστηρή προστασία των πηγών.

Για το Ισραήλ, οι σχέσεις αυτές αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο διεθνούς επιρροής, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολιτικές σχέσεις με αρκετές χώρες δοκιμάζονται. Η διατήρηση των μυστικών διαύλων επικοινωνίας μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη, ακόμη και όταν οι δημόσιες διπλωματικές σχέσεις εισέρχονται σε περίοδο έντασης.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ