Μια συγκλονιστική μαρτυρία από τις τελευταίες δραματικές ημέρες του 23ου Συντάγματος Πεζικού Χίου, κατά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, διασώζεται στη Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής».
Πρόκειται για την ιδιόχειρη έκθεση του στρατιώτη Ιωάννη Νικ. Μαρή, η οποία συνοδεύει ένα πολύτιμο ιστορικό κειμήλιο: ένα αυθεντικό κομμάτι της πολεμικής σημαίας του Συντάγματος, που διασώθηκε προτού πέσει στα χέρια των Γερμανών κατακτητών.
Η αφήγηση, που γράφτηκε στις 31 Μαΐου 1950, περιγράφει τις αγωνιώδεις προσπάθειες των στρατιωτών να προστατεύσουν το εθνικό σύμβολο κατά την υποχώρησή τους, καθώς οι γερμανικές δυνάμεις προέλαυναν. Το διασωθέν τμήμα της σημαίας, που φέρει τη μορφή του Αγίου Γεωργίου, φυλάσσεται σήμερα στη Βιβλιοθήκη με αρχειονομικό αριθμό Α/Α 132, αποτελώντας μια ζωντανή μαρτυρία της αυταπάρνησης των Χιωτών που πολέμησαν στο μέτωπο.
Η πορεία των Χιωτών προς το μέτωπο
Στις 28 Οκτωβρίου 1940, μετά την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στην πλατεία Βουνακίου της Χίου. Περίπου 1.000 άνδρες επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό το μέτωπο, εντασσόμενοι στο 23ο Σύνταγμα Πεζικού.
Η μονάδα μετακινήθηκε σε διάφορες περιοχές της βόρειας Ελλάδας, με σταθμούς διοίκησης στις Σάπες, στη Φλώρινα και στην Κρυσταλλοπηγή. Αρχικά διοικητής ήταν ο αντισυνταγματάρχης Ευστάθιος Ρόκκος και στη συνέχεια ο συνταγματάρχης Αριστοτέλης Μπάρμπανος.
Στις 19 Νοεμβρίου 1940, μια νυχτερινή ασυνεννοησία οδήγησε στην παγίδευση τμημάτων του Συντάγματος, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 30 άνδρες και να τραυματιστούν άλλοι 100. Παρά τις απώλειες και τον περιορισμένο εξοπλισμό, οι Χιώτες στρατιώτες συνέχισαν να πολεμούν με υψηλό ηθικό και συμμετείχαν σε επιτυχημένες επιχειρήσεις για την κατάληψη εχθρικών υψωμάτων.
Η αγωνιώδης προσπάθεια να μη φτάσει η σημαία στα χέρια των Γερμανών
Στην έκθεσή του, ο Ιωάννης Μαρής περιγράφει ότι στις 12 Απριλίου 1941 έλαβε εντολή να αναλάβει, υπό τις διαταγές του εφέδρου υπολοχαγού Παραδείση, την ομάδα που είχε ως αποστολή τη διάσωση της σημαίας.
Κατά τη διάρκεια της υποχώρησης, οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονταν. Από τους πέντε στρατιώτες που αρχικά συνόδευαν τη σημαία, στο πλευρό του Μαρή είχε απομείνει μόνον ένας, ο Αξιώτης. Για να καλύψει τα κενά, επιστράτευσε φίλους του, ενώ η εξαντλητική πορεία και η συνεχής απειλή των γερμανικών δυνάμεων καθιστούσαν ολοένα δυσκολότερη την αποστολή τους.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τη σύγκρουση του 1ου Τάγματος με τους Γερμανούς στην περιοχή του Άργους Ορεστικού. Η διάσπαση των ελληνικών γραμμών οδήγησε σε άτακτη υποχώρηση, με τους στρατιώτες να προσπαθούν να κινηθούν μέσα στο σκοτάδι και σε άγνωστες περιοχές, αποφεύγοντας τον εχθρό.
Όταν η ομάδα έφτασε κοντά στο Τσοτύλι, διαπίστωσε ότι το χωριό είχε ήδη καταληφθεί από τους Γερμανούς. Οι στρατιώτες αντίκρισαν γερμανικές δυνάμεις έξω από το σχολείο, όπου πραγματοποιούνταν έλεγχοι και σωματικές έρευνες.
Με τη διαφυγή να φαίνεται πλέον αδύνατη, ο υπολοχαγός Παραδείσης έδωσε στον Μαρής την εντολή να κάψει τη σημαία, εφαρμόζοντας την προηγούμενη διαταγή του διοικητή του Συντάγματος, συνταγματάρχη Μπαρμπάνου, να μην περιέλθει σε καμία περίπτωση στα χέρια του εχθρού.
Πριν από την καταστροφή της, οι στρατιώτες αφαίρεσαν ένα τμήμα της σημαίας, το οποίο κράτησε ο Νικόλαος Καρούσος. Ο Μαρής έθαψε τον σταυρό της, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να τον ανακτήσει αργότερα.
Το 1948 επέστρεψε στο Τσοτύλι για να αναζητήσει τον σταυρό, αλλά δεν κατάφερε να τον εντοπίσει. Το κομμάτι της σημαίας, αντίθετα, είχε διασωθεί και, σύμφωνα με την έκθεσή του, παραδόθηκε από τον Καρούσο στην Αθήνα, πιθανώς στον τότε Αρχιεπίσκοπο, προτού αποσταλεί στη Χίο.
Ένα κειμήλιο που κρατά ζωντανή την ιστορική μνήμη
Το διασωθέν τμήμα της σημαίας, με τη μορφή του Αγίου Γεωργίου, αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικά ιστορικά τεκμήρια που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη «Κοραής». Η χειρόγραφη έκθεση του Μαρή προσφέρει μια σπάνια, προσωπική μαρτυρία για τις συνθήκες της υποχώρησης και την προσπάθεια των στρατιωτών να διαφυλάξουν τα σύμβολα της μονάδας τους.
Όπως επισημαίνεται στην έρευνα της Άννας Χαζίρη, η οποία τεκμηρίωσε ιστορικά το κειμήλιο, η αφήγηση και το σωζόμενο τμήμα της σημαίας μεταφέρουν τον επισκέπτη στις δραματικές στιγμές του Απριλίου του 1941 και αποτελούν φόρο τιμής στους Χιώτες που πολέμησαν για την πατρίδα τους.
Η ιστορία του 23ου Συντάγματος Πεζικού Χίου
Η στρατιωτική παράδοση των νησιών του Αιγαίου συνδέεται με τη συγκρότηση της Μεραρχίας Αρχιπελάγους, τον Σεπτέμβριο του 1916, από την Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη. Στη δύναμή της εντάχθηκαν στρατιώτες και εθελοντές από τη Λήμνο, τη Μυτιλήνη, τη Χίο και τη Σάμο.
Η Μεραρχία διακρίθηκε στη Μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν, τον Μάιο του 1918, ενώ κατά τα επόμενα χρόνια η στρατιωτική οργάνωση των μονάδων του Αρχιπελάγους μεταβλήθηκε αρκετές φορές. Το 1925 και το 1926, στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του Στρατού, η Ταξιαρχία Αρχιπελάγους περιέλαβε το 22ο Σύνταγμα Πεζικού Μυτιλήνης και το 23ο Σύνταγμα Πεζικού Χίου.
Το 1935 η μονάδα της Χίου περιορίστηκε σε επίπεδο τάγματος, αλλά το 1939 αναβαθμίστηκε ξανά σε Σύνταγμα Πεζικού. Τον Οκτώβριο του 1940, όταν η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο, το 23ο Σύνταγμα εντασσόταν στη 13η Μεραρχία Πεζικού, γνωστή ως Μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία είχε έδρα την Αλεξανδρούπολη και υπαγόταν επιχειρησιακά στο Δ΄ Σώμα Στρατού.
Η ιστορία της σημαίας και η μαρτυρία του Ιωάννη Μαρή συμπληρώνουν έτσι ένα σημαντικό κεφάλαιο της πολεμικής διαδρομής των Χιωτών, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη της θυσίας και της προσπάθειάς τους να προστατεύσουν ένα σύμβολο που θεωρούσαν αδιαπραγμάτευτο.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ