Σε διπλή εκλογική ήττα για τους εκλεκτούς των μεγάλων δυνάμεων εξελίχθηκε μία και μόνο Κυριακή, η 25η Οκτωβρίου, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ερώτημα για το κατά πόσο η ξένη ανάμειξη αποτελεί τελικά πολιτικό πλεονέκτημα ή «δηλητήριο» στην κάλπη.
Στο Βελιγράδι, ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς —τον οποίο ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε στηρίξει ανοιχτά λίγο καιρό πριν— παραδέχθηκε την επικράτηση της «Φοιτητικής Λίστας». Την ίδια νύχτα στη Βραζιλία, ο Φλάβιο Μπολσονάρου, παρά την ανοιχτή υποστήριξη που απολάμβανε από τον Ντόναλντ Τραμπ και τις πιέσεις που άσκησε η Ουάσινγκτον, έγινε ο πρώτος πρωτοπόρος του α' γύρου από το 1985 που χάνει τις προεδρικές εκλογές στον β' γύρο από τον Λούλα.
Τα αποτελέσματα αυτά, αν προστεθούν στις ήττες συντηρητικών ηγετών στον Καναδά και την Αυστραλία το 2025 αλλά και στη συντριβή του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, οδηγούν εύκολα στο συμπέρασμα πως οι ξένοι "προστάτες" βλάπτουν τη δημοτικότητα των πολιτικών.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, καθώς αυτό που τιμωρούν οι ψηφοφόροι δεν είναι η ίδια η στήριξη, αλλά η αίσθηση ότι η χώρα τους υφίσταται οικονομικό ή πολιτικό εκβιασμό.
Όπου η εξωτερική δύναμη άσκησε πιέσεις, όπως με την επιβολή δασμών στον Καναδά, την Αυστραλία και τη Βραζιλία, οι υποψήφιοι που στηρίχθηκαν από αυτήν κατέρρευσαν.
Αντίθετα, όπου η στήριξη συνοδευόταν από αισθητά οφέλη ασφάλειας ή οικονομικής βοήθειας, όπως στην Πολωνία λόγω της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας ή στην Αργεντινή λόγω οικονομικής ενίσχυσης προς τον Χαβιέρ Μιλέι, οι εκλεκτοί των ΗΠΑ επικράτησαν.
Στη Βραζιλία, η απειλή δασμών από τις ΗΠΑ και η αναστολή των προξενικών υπηρεσιών έδωσαν στον Λούλα το απόλυτο όπλο να μετατρέψει τις εκλογές σε μάχη για την εθνική κυριαρχία απέναντι σε ξένες παρεμβάσεις, γεγονός που συσπείρωσε τους αναποφάσιστους και περιόρισε την αποχή.
Στον αντίποδα, στη Σερβία και την Ουγγαρία, οι αιτίες της ήττας των κυβερνώντων ήταν αμιγώς εσωτερικές, όπως η διαφθορά, η κόπωση από πολυετείς διακυβερνήσεις και τα τραγικά δυστυχήματα, παρά η εξωτερική στήριξη. Μάλιστα, η νικήτρια αντιπολίτευση στη Σερβία φρόντισε να ξεκαθαρίσει εκ των προτέρων ότι δεν στρέφεται κατά της Μόσχας.
Αυτή η νέα πραγματικότητα αναγκάζει τις υπερδυνάμεις να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους. Αναμένεται μια μετάβαση από τις δημόσιες δηλώσεις σε πιο διακριτικές μορφές ενίσχυσης μέσω πολιτικών δικτύων και οικονομικών κινήτρων.
Παράλληλα, υφίσταται ο κίνδυνος μεταεκλογικών πιέσεων ή αμφισβήτησης αποτελεσμάτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διμερείς κρίσεις, αλλά και το σενάριο ενός τακτικού συμβιβασμού, εφόσον οι μεγάλες δυνάμεις κρίνουν ότι το κόστος της ρήξης είναι μεγαλύτερο από την απώλεια γοήτρου.
Το κεντρικό συμπέρασμα παραμένει πως οι μεγάλες δυνάμεις διατηρούν την επιρροή τους διεθνώς, όμως οι λαοί δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να ψηφίσουν υποψηφίους που εκπροσωπούν δυνάμεις οι οποίες τιμωρούν τη δική τους χώρα.