Υψηλά περιθώρια κέρδους καταγράφουν οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες στον τομέα της διύλισης, καθώς οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη ανέτρεψαν την καθοδική τροχιά στην οποία βρισκόταν ο κλάδος τα τελευταία χρόνια.
Παρά το γεγονός ότι οι δυτικοί όμιλοι αποσύρονταν σταθερά από τη δραστηριότητα της διύλισης λόγω υψηλού κόστους και οξυμένου ανταγωνισμού από την Ασία και τη Μέση Ανατολή, η τρέχουσα συγκυρία έδωσε νέα ώθηση στις επιχειρήσεις του τομέα.
Η κρίση γύρω από το Ιράν, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και τα πλήγματα σε αραβικές υποδομές προκάλεσαν σοβαρές ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η απώλεια προσφοράς αργού ανάγκασε τα διυλιστήρια στην Ασία —και ιδιαίτερα στην Κίνα— να μειώσουν την παραγωγή και τις εξαγωγές τους, αφαιρώντας περίπου 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από την παγκόσμια αγορά.
Παράλληλα, οι επιθέσεις σε ρωσικές εγκαταστάσεις οδήγησαν σε απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ από τη Μόσχα, εκτοξεύοντας περαιτέρω τις τιμές των καυσίμων.
Αυτές οι διαταραχές προσέφεραν στις πετρελαϊκές εταιρείες ισχυρή τιμολογιακή δύναμη. Τα αμερικανικά διυλιστήρια άγγιξαν επίπεδα λειτουργίας της τάξεως του 97% της δυναμικότητάς τους, ενώ τα περιθώρια κέρδους διεθνών κολοσσών σημείωσαν κατακόρυφη αύξηση, φτάνοντας ακόμα και τα 42 δολάρια ανά βαρέλι.
Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η παρούσα ευημερία στηρίζεται σε εύθραυστες βάσεις, καθώς τα υπερκέρδη είναι αποτέλεσμα πολεμικών συγκρούσεων και ελλείψεων, και όχι δομικής ανάπτυξης της αγοράς. Καθώς χώρες με περιορισμένη εγχώρια παραγωγή επανεξετάζουν τις υποδομές τους και σχεδιάζουν νέες επενδύσεις, ο κίνδυνος μελλοντικής υπερπροσφοράς παραμένει υπαρκτός.
Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι η τρέχουσα συγκυρία επιβραδύνει προσωρινά τη σταδιακή υποχώρηση του τομέα διύλισης στις δυτικές οικονομίες, χωρίς όμως να μεταβάλλει τη μακροπρόθεσμη πορεία του.