Σοβαρές προειδοποιήσεις προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απευθύνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), κατηγορώντας τες ότι επαναλαμβάνουν τα λάθη του 2022 στην προσπάθειά τους να αναχαιτίσουν το νέο κύμα ακρίβειας στην ενέργεια.
Σύμφωνα με έρευνα του Ταμείου, τα δύο τρίτα των μέτρων στήριξης που εφαρμόζονται στην ΕΕ στερούνται στόχευσης, επιβαρύνοντας αλόγιστα τα δημόσια ταμεία και προκαλώντας την ανησυχία των αγορών ομολόγων.
Το κόστος των «καθολικών» μέτρων
Ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Άλφρεντ Κάμερ, τόνισε πως οι κυβερνήσεις αρνούνται να διδαχθούν από την κρίση που ακολούθησε την εισβολή στην Ουκρανία. Παρά τις συστάσεις για προσωρινά και στοχευμένα μέτρα μόνο για τους ευάλωτους, πολλές χώρες επιλέγουν οριζόντιες φοροελαφρύνσεις και επιδοτήσεις. Ο Κάμερ χαρακτήρισε αυτή την πρακτική ως έναν «εξαιρετικά ακριβό τρόπο χρήσης των φορολογικών εσόδων», ο οποίος αφαιρεί πόρους από άλλες κοινωνικές ανάγκες.
Η πίεση από τη Μέση Ανατολή και οι αγορές
Η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, που οδήγησε την τιμή του πετρελαίου έως και τα 126 δολάρια το βαρέλι λόγω των προβλημάτων στα Στενά του Ορμούζ, πυροδότησε ένα νέο γύρο παροχών:
- Γερμανία: Μείωση φόρου σε βενζίνη και ντίζελ.
- Ισπανία: Διάθεση 3,5 δισ. ευρώ για μείωση του ΦΠΑ στην ενέργεια.
- Ιταλία: Προσωρινές μειώσεις στους ειδικούς φόρους καυσίμων.
Αυτές οι κινήσεις έρχονται σε μια στιγμή που το κόστος δανεισμού για την Ευρωζώνη βρίσκεται σε πολυετή υψηλά. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Γαλλία και το Βέλγιο, δεν έχουν πλέον «δημοσιονομικό χώρο» και κινδυνεύουν με αρνητικές αντιδράσεις από τους επενδυτές αν δεν προχωρήσουν σε ισοδύναμες περικοπές δαπανών.
Ο κίνδυνος του «πολιτικού εγκλωβισμού»
Το Ταμείο υπογραμμίζει έναν δομικό κίνδυνο: αν οι κυβερνήσεις ξεκινήσουν οριζόντια μέτρα και η κρίση παραταθεί, θα βρεθούν «όμηροι» των ίδιων τους των αποφάσεων, με το κόστος να εκτινάσσεται ανεξέλεγκτα. Επιπλέον, μέτρα όπως τα ανώτατα όρια τιμών θεωρούνται αντιπαραγωγικά, καθώς:
Συντηρούν την υψηλή ζήτηση παρά την περιορισμένη προσφορά.
Αποθαρρύνουν τη στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η οποία θα έπρεπε να επιταχύνεται λόγω των υψηλών τιμών των ορυκτών καυσίμων.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το 90% των χωρών της ΕΕ εφαρμόζει τουλάχιστον ένα μέτρο που «στρεβλώνει» τις τιμές της αγοράς, υπονομεύοντας τελικά την πράσινη μετάβαση και τη δημοσιονομική πειθαρχία που απαιτεί η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία.