Η Σερβία διολισθαίνει σε ένα καθεστώς απόλυτου ελέγχου της πληροφόρησης, με το κυβερνών Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα (SNS) να έχει καταφέρει, από το 2012 μέχρι σήμερα, να θέσει υπό την επιρροή του το 90% του μιντιακού τοπίου.
Όπως επισημαίνουν διεθνείς οργανισμοί και ο αναλυτής Νεντίμ Σεϊντίνοβιτς, η στρατηγική του προέδρου Αλεξάνταρ Βούτσιτς βασίστηκε σε ένα απλό αλλά αποτελεσματικό δίπολο: την οικονομική και θεσμική επιβράβευση των μέσων που συνεργάζονται και την πλήρη απομόνωση όσων επιμένουν στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία.
Μέσω της εξαγοράς τοπικών και εθνικών σταθμών από άτομα της απόλυτης εμπιστοσύνης της κυβέρνησης, η γραμμή μεταξύ ενημέρωσης και προπαγάνδας έχει πλέον εξαφανιστεί.
Η συντήρηση αυτού του μηχανισμού γίνεται με δημόσιο χρήμα, μέσω κρατικών διαφημίσεων και συγχρηματοδοτήσεων, ενώ ταυτόχρονα η αγορά αυτορυθμίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε ακόμα και μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες να αποφεύγουν τα ανεξάρτητα μέσα για να μην δυσαρεστήσουν την εξουσία.
Το αποτέλεσμα είναι ένας δημόσιος χώρος που κατακλύζεται από την πανταχού παρούσα φιγούρα του Βούτσιτς, του οποίου οι ομιλίες διακόπτουν το κανονικό πρόγραμμα σε όλα τα κανάλια ταυτόχρονα, ενώ η αντιπολίτευση και οι κριτικές φωνές στοχοποιούνται συστηματικά ως εχθροί του κράτους και ξένοι πράκτορες.
Η κατάσταση εισέρχεται πλέον σε μια νέα, πιο επιθετική φάση. Μετά τις πρόσφατες κοινωνικές διαμαρτυρίες, η κυβέρνηση αντικαθιστά τους απλούς υποστηρικτές της με «υπερ-πιστά» στελέχη, μετατρέποντας τα μέσα ενημέρωσης σε «πολιτικά όπλα» που χρησιμοποιούν χυδαία γλώσσα και διασπείρουν ψεύδη για να βαθύνουν τους κοινωνικούς διχασμούς.
Η ταχεία εμφάνιση δεκάδων νέων, ανώνυμων μέσων από τις αρχές του 2026 επιβεβαιώνει την επέκταση αυτού του προπαγανδιστικού δικτύου, το οποίο λειτουργεί περισσότερο με όρους πολιτικών φυλλαδίων παρά δημοσιογραφίας.
Η ελευθερία του Τύπου στη Σερβία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, με τη χώρα να καταλαμβάνει την 104η θέση παγκοσμίως, σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα. Ενόψει των νέων βουλευτικών εκλογών που αναμένεται να προκηρυχθούν εντός του έτους, οι προειδοποιήσεις για εντατικοποίηση της πίεσης, ειδικά στον ψηφιακό χώρο, πληθαίνουν.
Για τους αναλυτές, το ζήτημα είναι πλέον αμιγώς πολιτικό, καθώς το υπάρχον καθεστώς φαίνεται να είναι από τη φύση του ασύμβατο με την έννοια της επαγγελματικής και ελεύθερης δημοσιογραφίας.