Μεταξύ Ουάσιγκτον, Ισραήλ και Ευρώπης: Οι δύσκολες ισορροπίες της ελληνικής διπλωματίας

 
ελλαδα και ηπα

Ενημερώθηκε: 20/01/26 - 13:24

Ο ρόλος της Ελλάδας ως κρίσιμου εταίρου των Ηνωμένων Πολιτειών στη νοτιοανατολική Μεσόγειο επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς η Ουάσιγκτον εντείνει τις προσδοκίες της για μεγαλύτερη ελληνική εμπλοκή –και οικονομική συνεισφορά– σε εξοπλιστικά προγράμματα αμερικανικής προέλευσης.

Στο ευρύτερο πλαίσιο των γεωπολιτικών και ενεργειακών σχεδιασμών των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, τα ζητήματα αυτά εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να τεθούν σε μια μελλοντική συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, εφόσον το επιτρέψουν οι διεθνείς εξελίξεις.

Προς το παρόν, ωστόσο, ένα τέτοιο ραντεβού δεν θεωρείται αυτονόητο, καθώς οι προτεραιότητες της αμερικανικής προεδρίας διαμορφώνονται από παράγοντες που δεν ελέγχονται από την Αθήνα. Παρ’ όλα αυτά, στην αμερικανική διπλωματία καταγράφεται ότι η ελληνική κυβέρνηση ακολουθεί σε ορισμένα διεθνή μέτωπα μια στάση ελαφρώς διαφοροποιημένη από τον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν όμως η κρίση γύρω από τη Γροιλανδία, την οποία οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν ως «κόκκινη γραμμή», κλιμακωθεί, η Αθήνα αναμένεται να ευθυγραμμιστεί σαφώς με τις ευρωπαϊκές θέσεις, απέναντι στην Ουάσιγκτον.

Στο διπλωματικό παρασκήνιο, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης αναμένεται να μεταβεί στα τέλη Ιανουαρίου στη Νέα Υόρκη, χωρίς να προβλέπεται συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του, Μάρκο Ρούμπιο. Αντιθέτως, στο τραπέζι βρίσκεται το ενδεχόμενο επίσκεψης του Ρούμπιο στην Αθήνα, με στόχο την επανεκκίνηση του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ, ο οποίος παραμένει «παγωμένος». Ταυτόχρονα, το Μέγαρο Μαξίμου αναζητεί εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης του Λευκού Οίκου, ακόμη και μέσω επανεξέτασης της συνεργασίας με εταιρεία lobbying στην Ουάσιγκτον.

Ανησυχία στην Αθήνα προκαλεί και η έντονη κινητικότητα της αμερικανικής πλευράς για τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στην Τουρκία και την κυβέρνηση Νετανιάχου, με βασικό ρόλο τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Άγκυρα και ειδικό απεσταλμένο για τη Συρία, Τομ Μπάρακ. Η χρονική συγκυρία δεν θεωρείται τυχαία, καθώς έως τα τέλη Οκτωβρίου αναμένονται εκλογές στο Ισραήλ, γεγονός που εντείνει τις αμερικανικές πιέσεις προς τον Μπενιαμίν Νετανιάχου για κάποιας μορφής εξομάλυνση των σχέσεων με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ιδίως στο συριακό μέτωπο.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η πρόσφατη τριμερής συνάντηση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ στα Ιεροσόλυμα δεν προκάλεσε ιδιαίτερο ενθουσιασμό στην Ουάσιγκτον, καθώς οι δημόσιες τοποθετήσεις του Νετανιάχου κατά του Ερντογάν εκτιμήθηκε ότι δυσχέραναν το κλίμα που επιχειρεί να διαμορφώσει η αμερικανική διπλωματία στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η αμερικανική δυσφορία για τις ελληνικές επιλογές στους εξοπλισμούς. Παρά την παραγγελία 20 μαχητικών F-35, τα τελευταία χρόνια τα μεγάλα προγράμματα των Ενόπλων Δυνάμεων έχουν στραφεί κυρίως προς τη Γαλλία και το Ισραήλ. Η ενόχληση στην Ουάσιγκτον εντείνεται από το γεγονός ότι πολλά ισραηλινά συστήματα βασίζονται σε αμερικανική τεχνολογία, ενώ επιλέγονται χωρίς μακρόχρονη διαδικασία αξιολόγησης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα», σχεδόν αποκλειστικά ισραηλινής τεχνολογίας, για το οποίο οι διαδικασίες αναμένεται να επιταχυνθούν το πρώτο εξάμηνο του 2026. Παράλληλα, η Αθήνα εξετάζει σοβαρά την προμήθεια επιπλέον 8 έως 12 μαχητικών F-35, καθώς και νέων μεταγωγικών αεροσκαφών από τις ΗΠΑ, επιδιώκοντας να εξισορροπήσει τις σχέσεις της με την αμερικανική αμυντική βιομηχανία.

Έτσι, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με αντικρουόμενες πιέσεις: από τη μία, τη διατήρηση στενών δεσμών με το Ισραήλ και τη Γαλλία και, από την άλλη, τις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον για βαθύτερη γεωπολιτική και εξοπλιστική ευθυγράμμιση, σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν ιδιαίτερα εύθραυστες.

Με πληροφορίες από Καθημερινή

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ