Στο επίκεντρο της νέας αμερικανικής διπλωματικής πρωτοβουλίας για τη Μέση Ανατολή βρίσκονται η Ελλάδα και η Κύπρος, καθώς έλαβαν επίσημη πρόσκληση από τον Ντόναλντ Τραμπ να συμμετάσχουν στο νεοσύστατο «Συμβούλιο Ειρήνης» (Board of Peace).
Η συνάντηση, που προγραμματίζεται για τα τέλη Φεβρουαρίου στην Ουάσιγκτον, αφορά την ενεργοποίηση της δεύτερης φάσης του ειρηνευτικού σχεδίου για την ανοικοδόμηση της Λωρίδας της Γάζας.
Η «ελίτ» των 25 κρατών και ο ρόλος της Κύπρου
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να συγκεντρώσει 25 ιδρυτικά κράτη στο Ινστιτούτο Ειρήνης της Ουάσιγκτον. Η Κύπρος, η οποία έχει ήδη επιδείξει ενεργό ρόλο μέσω του ανθρωπιστικού διαδρόμου, καλείται να συμμετάσχει ως στρατηγικός εταίρος, με τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη να επιβεβαιώνει τη λήψη της σχετικής επιστολής. Αντίστοιχα, η Αθήνα εξετάζει τη στάση της, με την οριστική απάντηση να αναμένεται εντός των επόμενων ημερών.
Ένας «αντί-ΟΗΕ» με ισόβια ηγεσία
Το Συμβούλιο Ειρήνης, το οποίο ιδρύθηκε στα τέλη Ιανουαρίου 2026, δεν αποτελεί έναν παραδοσιακό διπλωματικό οργανισμό. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατέχει τη θέση του ισόβιου προέδρου, διατηρώντας τον έλεγχο ανεξαρτήτως του εκλογικού αποτελέσματος στις ΗΠΑ. Η δομή αυτή έχει προκαλέσει έντονες διεθνείς επικρίσεις, καθώς πολλοί αναλυτές το χαρακτηρίζουν ως μια προσπάθεια δημιουργίας ενός παράλληλου, ιδιωτικού «αντί-ΟΗΕ» για την επίλυση παγκόσμιων συγκρούσεων.
Οικονομικό «τίμημα» για τη μόνιμη έδρα
Πέρα από το διπλωματικό κύρος, η συμμετοχή στο Συμβούλιο συνοδεύεται από μια αμφιλεγόμενη οικονομική προϋπόθεση. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι χώρες που επιθυμούν μόνιμη έδρα στον οργανισμό και ενεργό ρόλο στις αποφάσεις για την παγκόσμια ασφάλεια, θα πρέπει να συνεισφέρουν το αστρονομικό ποσό του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Η απαίτηση αυτή ενισχύει τις επικρίσεις περί «εμπορευματοποίησης της ειρήνης» και θέτει δύσκολα διλήμματα στους προσκεκλημένους ηγέτες.