Η σχέση ανάμεσα στο ποδόσφαιρο μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε αμφίσημη. Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο και η λογοτεχνία είναι δύο αντιθετικά πεδία, με τον συναισθηματικό διονυσιασμό και σωματικό πρωτογονισμό που προκαλεί το πρώτο να αποκλείει την «απολλώνεια» απόλαυση ή τον κριτικό στοχασμό που η δεύτερη εμπνέει στο πνεύμα. Το ποδόσφαιρο, που συνεγείρει δισεκατομμύρια φιλάθλους και καθηλώνει στα γήπεδα και τους τηλεοπτικούς δέκτες πολλά εκατομμύρια ανθρώπους, ενθουσιάζει ταυτόχρονα πολλούς λογοτέχνες, ενώ απωθεί άλλους και συνάμα τροφοδοτεί ακατάπαυστα τη συζήτηση στη γνωστή διένεξη ανάμεσα στην Υψηλή και τη Λαϊκή Τέχνη.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ένα σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας διανόησης (Αλμέρ Καμύ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Χούλιο Κορτάσαρ και τόσοι άλλοι) αντιμετώπιζε το ποδόσφαιρο με πάθος, ενώ άλλοι διανοούμενοι (ανάμεσά τους κι ο Ρολάν Μπαρτ ή ο Ουμπέρτο Έκο) το αντιμετώπιζαν με καχυποψία. Για κάποιους θεωρήθηκε ως απόλυτο σύμβολο της κοινότητας ή έκφραση της ανθρώπινης υπόστασης και ψυχής και για άλλους ήταν το σύγχρονο «όπιο του λαού», μια δραστηριότητα χαμηλής πολιτισμικής αξίας, σχεδιασμένη αποκλειστικά για τη χειραγώγηση των μαζών και την αποχαύνωση του πληθυσμού: όσοι ασχολούνται με το ποδόσφαιρο δεν διαβάζουν.
Ωστόσο, όσον αφορά στη σχέση ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και τη λογοτεχνία, όσο η δημοτικότητα και η εγκάρσια απήχηση που είχε το ποδόσφαιρο σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, βοηθούσης και της ανάπτυξης και της παντοδυναμίας των ΜΜΕ και της κοινωνίας του θεάματος, αποδείχθηκε στην πορεία του χρόνου πως το γήπεδο μπορεί να γίνει ένα δυναμικό, αντιφατικό μεν, αλλά συναρπαστικό σε κάθε περίπτωση πεδίο συνάντησης ανάμεσα στις δύο δραστηριότητες.
Η μπάλα και οι παίκτες, μπορεί μεν να αποτελούν συχνά μία αφορμή ή ένα φόντο για την ανάπτυξη μίας ανθρώπινης ιστορίας, όμως συχνά αναδεικνύεται ως η πραγματική πρωταγωνίστρια στις σελίδες των μεγάλων δημιουργών. Ενώ η ίδια η ανθρώπινη κατάσταση και τα πάθη, οι κοινωνικές συνθήκες κι οι πολιτικές συγκρούσεις, η μνήμη που συνδέεται με μεγάλα ή έντονα ποδοσφαιρικά γεγονότα, η μοναξιά και η ζέση, το πάθος, βασικά συστατικά για ένα μεγάλο λογοτεχνικό έργο συχνά τεκμαίρεται πως μπορούν κάλλιστα να γεννηθούν ή να εντοπισθούν σε ένα ποδοσφαιρικό θέμα.
Όταν η Στρογγυλή Θεά και το γήπεδο γίνονται λογοτεχνικό έργο
Για πολλούς συγγραφείς, τα ενενήντα λεπτά ενός αγώνα περιέχουν τόσο δράμα, ένταση και μοιραία τροπή όσο μια αρχαία ελληνική τραγωδία. Το ποδόσφαιρο έπαψε να είναι ένα απλό παιχνίδι και μετατράπηκε σε ένα πρίσμα μέσα από το οποίο αναλύεται η κοινωνία.
Το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Πυρετός της μπάλας» (Fever Pitch) του Νικ Χόρνμπι αποτελεί χωρίς άλλον αντίπαλο τη «Βίβλο» για την κατανόηση της ψυχολογίας του οπαδού. Ο Χόρνμπι ξεδιπλώνει τη ζωή του μέσα από την εξαρτησιακή σχέση του με την ομάδα της 'Αρσεναλ. Το ποδόσφαιρο στις σελίδες του βιβλίου δεν αποτελεί μόνο μία απόλαυση, αλλά ταυτίζεται με την ίδια την προσωπική του ύπαρξη. Όλα στη ζωή του, η εφηβεία, οι ερωτικές απογοητεύσεις, η σχέση με τους γονείς και η ενηλικίωση, όλες οι ψυχικές μεταπτώσεις του ανθρώπου προσμετρώνται ανάλογα με τα αποτελέσματα του σαββατοκύριακου. Με βρετανικό χιούμορ, εξηγεί πώς η εμμονή με μια ομάδα προσφέρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς σε έναν κατά τα άλλα χαοτικό κόσμο.
Μία αδιαμφισβήτητη θέση στο Πάνθεον των συγγραφεων που έχουν αναγάγει το ποδόσφαιρο σε βασικό καμβά των έργων του είναι ο Ουρουγουανός συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο. Στο εμβληματικό του έργο «Το ποδόσφαιρο στον ήλιο και στη σκιά» (El fútbol a sol y sombra), μας παραδίδει μια λυρική και γεμάτη πάθος εξομολόγηση, όπου ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως «ένας ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου», που περιφέρεται στα γήπεδα του κόσμου, παρακαλώντας για μια στιγμή καθαρής ομορφιάς, μια καλή ενέργεια, ένα σουτ, ένα γκολ, ανεξάρτητα από το ποια ομάδα ή ποιος παίκτης τα προσφέρει. Στα σύντομα, λεπτογραμμένα κείμενά του, ο Γκαλεάνο αποτίει φόρο τιμής στη μαγεία του παιχνιδιού, ενώ παράλληλα ασκεί δριμεία, αριστερή κριτική στην εμπορευματοποίηση, τη διαφθορά και την απληστία των μεγάλων θεσμών που διοικούν το άθλημα, μετατρέποντας τους παίκτες σε βιομηχανικά προϊόντα.
Ο Μεξικανός δοκιμιογράφος Χουάν Βιγιόρο (Juan Villoro) στο έργο του «Ο Θεός είναι στρογγυλός» (Dios es redondo), αναλύει το ποδόσφαιρο ως μια παγκόσμια, κοσμική θρησκεία που αναζητά τους δικούς της πιστούς, τα τελετουργικά της και τους επίγειους θεούς της. Ακροβατώντας ανάμεσα στο χρονικό και το λογοτεχνικό δοκίμιο, ο Βιγιόρο εξετάζει τη θρυλική και αυτοκαταστροφική φιγούρα του Ντιέγκο Μαραδόνα (ο οποίος έχει ανακηρυχθεί κι ο Θεός σε μία γηπεδική αίρεση στην Αργεντινή), την ακραία ψυχολογική πίεση του ποδοσφαιριστή πριν από την εκτέλεση ενός πέναλτι, και τον τρόπο με τον οποίο το γήπεδο καθρεφτίζει τις νευρώσεις και τις αρετές της σύγχρονης κοινωνίας.
'Ακρως κοινωνικό και πολιτικό είναι το Todo por la patria (Όλα για την πατρίδα) του Μαρτίν Καπαρός είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αφηγείται την εξαφάνιση ενός Αργεντινού ποδοσφαιριστή.
Αλλά το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνον γυναικεία υπόθεση, όπως αποδεικνύουν η Ισπανίδα Μάικα Χιμένεθ, που έχει γράψει το Yo también quiero jugar al fútbol (Θέλω κι εγώ να παίξω ποδόσφαιρο), με τις ιστορίες 40 γυναικών που ήθελαν να παίξουν ποδόσφαιρο, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωπες με όλες τις αντιξοότητες του κόσμου καθώς ήρθαν αντιμέτωπες με ένα άθλημα που διοικείται από άνδρες, όπως και το La 107e minute (Το 107ο λεπτό) της Γαλλίδας Αν Ντελμπέ, που αφηγείται με λυρικούς τόνους κι αποκαθιστά την εικόνα του Ζινεζίν Ζιντάν μετά το επεισόδιο στον τελικό του Μουντιάλ με την Ιταλία. Το ίδιο περιστατικό αφηγείται, τούτη τη φορά με μία διάσταση που προσομοιάζει στην πτώση του ήρωα στην αρχαία τραγωδία και υπό το κράτος του Κρόνου, το La mélancolie de Zidane (Η μελαγχολία του Ζιντάν) του Ζαν-Φιλίπ Τουσέν. Μία αντίστοιχη, τούτη τη φορά θριαμβική στιγμή αφηγείται, αποδοσμένο σε τρόπο λογοτεχνικό, μα ειδωμένο από κάθε ανθρωποκοινωνιολογικό και ιστορικό-πολιτικό πρίσμα, το La Partita, il romanzo di Italia-Brasil (το Ματς, το μυθιστόρημα του Ιταλία-Βραζιλία) του Ιταλού Πιέρο Τρελίνι, αφιερωμένο σε ένα από τα πιο ιστορικά παιχνίδια στο Μουντιάλ, την επική νίκη με 3-2 της Ιταλίας επί των «Καριόκας» στο Μουντιάλ του ‘82.
Στην Ελλάδα, το μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα «Η φανέλλα με το Νούμερο 9», στο οποίο αφηγείται τα έργα και τις ημέρες, την άνοδο και την πτώση ενός νεαρού παιδιού του Μπιλ Σερέτη, από τις ταπεινές γειτονιές και την αφάνεια στον κολοφώνα της δόξας, την ασωτεία, την εμπλοκή στα συμφέροντα και τους παράγοντες, όχι μόνον έγινε επιτυχία, αλλά μεταφέρθηκε και στην οθόνη από τον Παντελή Βούλγαρη. Με το μυθιστόρημα τούτο ο Κουμανταρέας κατόρθωσε να περιγράψει ανάγλυφα την εικόνα μίας ελληνικής κοινωνίας σε μετάβαση, με όλες τις αντιφάσεις της μεταπολίτευσης, αλλά και την αυθεντικότητα που κατορθώνει να κρατήσει παρά τις φαινομενικές αλλαγές.
Η άλλη άποψη για το ποδόσφαιρο
Όμως, η λογοτεχνία δεν στάθηκε μόνο στην χαρά της νίκης ή στον διονυσιασμό του παιχνιδιού, αλλά βούτηξε και στα βαθιά νερά του υπαρξιακού τρόμου και της ιστορικής μνήμης.
Μία από τις πιο συγκλονιστικές και τραγικές αναφορές για το ποδόσφαιρο βρίσκεται στο έργο «Η Ανακωχή» (La tregua) του Νομπελίστα Πρίμο Λέβι. Ο Λέβι, επιζών του Ολοκαυτώματος, περιγράφει πώς μέσα στη φρίκη του στρατοπέδου συγκέντρωσης του 'Αουσβιτς, διοργανώνονταν αγώνες ποδοσφαίρου ανάμεσα στους δεσμοφύλακες των SS και τους κρατούμενους (Sonderkommando). Για τον Λέβι, τούτη η «ανακωχή» στην κόλαση του Λάγκερ δεν αποτελεί μια στιγμή ανθρωπιάς, αλλά εκφράζει την απόλυτη διαστροφή: ένα παιχνίδι που υπογράμμιζε την απώλεια κάθε ηθικού συνόρου, όπου η κανονικότητα της μπάλας συνυπήρχε δίπλα στους καπνούς των κρεματορίων.
Ένας στοχασμος πάνω στην ψυχολογική απομόνωση του αθλητή, το μυθιστόρημα του επίσης Νομπελίστα Πέτερ Χάντκε «Ο φόβος του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» (Die Angst des Tormanns beim Elfmeter), έργο που αποτελεί ένα κορυφαίο υπαρξιακό θρίλερ. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη φιγούρα του τερματοφύλακα, Μπλοχ, ο οποίος αποβάλλεται από έναν αγώνα και στη συνέχεια περιπλανιέται άσκοπα, διαπράττοντας ένα έγκλημα χωρίς εμφανές κίνητρο. Ο «τρόμος» του τερματοφύλακα δεν είναι απλώς ο φόβος της αποτυχίας απέναντι στην μπάλα, αλλά μια βαθύτερη, υπαρξιακή κρίση της γλώσσας και της επικοινωνίας. Ο τερματοφύλακας είναι ο μοναδικός παίκτης που φοράει διαφορετική στολή, ο μόνος που δικαιούται να χρησιμοποιήσει τα χέρια του, αλλά και ο απόλυτος αποδιοπομπαίος τράγος: είναι καταδικασμένος να παρατηρεί το παιχνίδι από μακριά, παγιδευμένος σε μια αναμονή που μετατρέπεται σε παράνοια. Η απομόνωση κάτω από τα δοκάρια γίνεται η τέλεια μεταφορά για την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου.
Η Ποίηση των Γηπέδων: Από τον Λεοπάρντι στον Ουμπέρτο Σάμπα
Η λυρική ποίηση είναι έστω κι έμμεσα το πρώτο μέσον όπου το ποδόσφαιρο βρήκε την έκφρασή του, κυρίως ειδωμένο ως κατεξοχήν αναπαράσταση των νιάτων, της σωματικής ρώμης και της αναπόφευκτης ροής του χρόνου.
Παραδόξως, το πρώτο ποίημα για την στρογγυλή θεά γράφηκε το 1821 και για έναν διαφορετικό πρόδρομο του ποδοσφαίρου: ήταν το περίφημο ποίημα «A un vincitore nel pallone» («Σε έναν νικητή του παιχνιδιού της μπάλας) του εθνικού ποιητή της Ιταλίας Τζάκομο Λεοπάρντι, το οποίο παρ' ότι αναφέρεται στο παραδοσιακό τοσκάνικο παιχνίδι του pallone col bracciale θεωρείται πως αποτελεί τον πρώτο μεγάλο λογοτεχνικό ύμνο στη σωματική προσπάθεια, τη ζωντάνια και την ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από την υπαρξιακή ανία (noia) και τον θάνατο μέσα από τη δράση και τη δόξα του αγώνα.
Ένας άλλος μεγάλος Ιταλός ποιητής από την Τεργέστη, ο Ουμπέρτο Σάμπα (Umberto Saba), αφιέρωσε μια ολόκληρη ενότητα του έργου του στο ποδόσφαιρο (Cinque poesie per il gioco del calcio). Ο Σάμπα ανακάλυψε κατά τύχη, το άθλημα σε μεγάλη ηλικία, όταν ένας φίλος τού έδωσε εισιτήρια και πήγε στο γήπεδο συνοδευόμενος από την κόρη του. Μαγεμένος από την ατμόσφαιρα, έγραψε ποιήματα όπως το Goal, όπου περιγράφει την αντίθεση ανάμεσα στην απόλυτη χαρά του τερματοφύλακα που σκοράρει η ομάδα του και τη μοναχική, σπαρακτική θλίψη του «εκπορθημένου» τερματοφύλακα που μαζεύει την μπάλα από τα δίχτυα, βυθισμένος στο σκοτάδι της αποτυχίας.
Η σχέση του σπουδαίου Ισπανού ποιητή Μιγέλ Ερνάνδεθ με το ποδόσφαιρο δεν εξαντλείται απλώς στον ενθουσιασμό του φιλάθλου. Ο ίδιος ο ποιητής με την τραγική μοίρα υπήρξε και ενεργός ποδοσφαιριστής, υπερασπιζόμενος όπως κι ο Γάλλος Νομπελίστας λογοτέχνης Αλμπέρ Καμύ το τέρμα της ομάδας El Gallo (Ο Κόκορας) στη γενέτειρά του, την Οριουέλα. Η αγάπη τού Ερνάντεθ στη στρογγυλή θεά έμεινε στην Ιστορία της τέχνης μέσα από τους στίχους της ελεγείας του για τον Λόλο (Teodoro Delgado Pomatta), τερματοφύλακα της Ρεάλ Μούρθια, που τραυματίσθηκε στο κεφάλι μετά από σύγκρουση με αντίπαλο επιθετικό κι έφυγε από τη ζωή λίγες ημέρες αργότερα. Η «ελεγεία στον τερματοφύλακα» (Elegía al guardameta) με έντονες θρησκευτικές και ηρωικές εικόνες, που παρουσιάζουν τον τερματοφύλακα σαν έναν άγγελο που υπερασπίζεται τις «πύλες» (το τέρμα) και τελικά πέφτει στο χορτάρι. Σε ακόμη μεγαλύτερη λυρική μεταρσίωση οδήγησε τα «ποδοσφαιρόφιλα» ποιήματά του ο Φερνάντο Ατσιτέλι στη συλλογή του «Η μοναξιά του δεξιού εξτρέμ» (La solitudine dell'ala destra), που κυκλοφόρησετο 1998. Σε καθεμία από τις 210 ποιητικές συνθέσεις παρευλαύνουν κάποιοι κορυφαίοι, μέτριοι, άγνωστοι, παίκτες, που όμως γίνονται όλοι τους πρωταγωνιστές γιατί όπως γράφει ο ποιητής «τα ποιήματα τούτα είναι η προσπάθεια να ανακτηθεί για κάθε μεμονωμένο παίκτη η τεχνική χειρονομία, η ενέργεια που τον χαρακτήρισε στα ποδοσφαιρικά χρονικά. Συχνά, ακόμη και η απλή παρατήρηση του προσώπου, τα χαρακτηριστικά ή οι συμπεριφορές, μετακίνησαν στην ψυχή μου τον κρότο της Ιστορίας».
Πιερ Πάολο Παζολίνι: Το Ποδόσφαιρο ως Υπέρτατη Ιεροτελεστία
Για τον τον κορυφαίο Ιταλό διανοούμενο, σκηνοθέτη και ποιητή Πιερ Πάολο Παζολίνι, το ποδόσφαιρο ισοδυναμούσε με το «πάθος μιας ολόκληρης ζωής». Ο Παζολίνι, δεινός αριστερός εξτρέμ ο ίδιος που έπαιζε μπάλα με τις παρέες των προλετάριων στις φτωχογειτονιές (borgate) της Ρώμης, έβλεπε στο ποδόσφαιρο την τελευταία αυθεντική, ιερή τελετουργία που είχε απομείνει στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία.
Μάλιστα σε ένα εμβληματικό του άρθρο του, ο Παζολίνι διατύπωσε μια μοναδική σημειολογική θεωρία: χαρακτήρισε το ποδόσφαιρο ως ένα «γλωσσικό σύστημα» με τους δικούς του κανόνες, συντακτικό και γραμματική.
Τα «σήματα» αυτής της γλώσσας είναι οι κινήσεις των παικτών με την μπάλα.
Το ποδόσφαιρο που βασίζεται στην τακτική, το σύστημα και τη συλλογική πειθαρχία (όπως το ευρωπαϊκό) είναι «ποδόσφαιρο σε πεζό λόγο» (calcio in prosa).
Αντίθετα, το ποδόσφαιρο που βασίζεται στην ατομική ντρίμπλα, τη φαντασία, την ποίηση της κίνησης και τον αυτοσχεδιασμό (όπως το βραζιλιάνικο) είναι «ποδόσφαιρο σε ποιητικό λόγο» (calcio in poesia).
Για τον Παζολίνι, το γκολ ήταν η απόλυτη «ποιητική λέξη» που ολοκλήρωνε το νόημα του αγώνα. Θρυλικός έμεινε ο αγώνας του 1975, ανάμεσα στα σετ των γυρισμάτων στις ταινίες του Παζολίνι «Σαλό, ή 120 Μέρες στα Σόδομα» και του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι 1900 (Novecento), στο οποίο επικράτησε η δεύτερη ομάδα με το εμφατικό 5-2. Σε εκείνον τον αγώνα είχε παίξει, με την ομάδα του Μπερτολούτσι κι ο νεαρός κι άσημος τότε, μετέπειτα άσσος της Μίλαν Κάρλο Αντσελότι, μετέπειτα επιτυχημένος προπονητής πολλών ομάδων και κόουτς της εθνικής Βραζιλίας στο φετινό Μουντιάλ.
Οι Πολεμίοι της Μπάλας: Όταν η διανόηση γυρίζει την πλάτη στο γήπεδο
Στον αντίποδα αυτής της γοητείας που ασκεί στα πλήθη, αλλά και στους διανοούμενους, υπήρξαν κι εκείνοι οι κορυφαίοι λογοτέχνες που μίσησαν το ποδόσφαιρο, βλέποντας σε αυτό μια πηγή αισθητικής και πνευματικής παρακμής.
Παρ' ότι το ποδόσφαιρο στη χώρα του είναι θρησκεία, ο μέγας Αργεντινός συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες έτρεφε μια βαθιά αποστροφή για το ποδόσφαιρ. Ο Μπόρχες χαρακτήριζε το ποδόσφαιρο ως «αισθητικά άσχημο» και το καταδίκαζε ως μια μορφή μαζικής υστερίας και εθνικισμού. «Το ποδόσφαιρο είναι δημοφιλές επειδή η ηλιθιότητα είναι δημοφιλής», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.
Μάλιστα, σε μια κίνηση απόλυτης περιφρόνησης, διοργάνωσε μια διάλεξη πάνω στην αθανασία την ίδια ακριβώς ώρα που η εθνική ομάδα της Αργεντινής έδινε το εναρκτήριο παιχνίδι της στο Μουντιάλ του 1978, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως βιτρίνα από τη δικτατορία του Βιδέλα και το οποίο (έστω και με κάπως αμφισβητούμενο τρόπο) το κατέκτησε.
Αλλά κι ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς του Μπόρχες, ο Όσκαρ Γουάιλντ, με το γνωστό, αιχμηρό και ανατρεπτικό του πνεύμα, είχε προλάβει να διατυπώσει απαξιωτικές απόψεις για το άθλημα, στις απαρχές του βρετανικού αυτού δημιουργήματος, που αρχικά παιζόταν στις αριστοκρατικές λέσχες. Ο Γουάιλντ, οπαδός της απόλυτης αισθητικής και της κομψότητας, είχε δηλώσει με ειρωνεία: «Το ποδόσφαιρο είναι ένα εξαιρετικό παιχνίδι για σκληροτράχηλα κορίτσια, αλλά όχι και τόσο κατάλληλο για αβρά αγόρια».
Για τον Γουάιλντ, η βία, η λάσπη και η έλλειψη ατομικού στυλ στο γήπεδο έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τα ιδεώδη του δανδισμού και της τέχνης.
Αλλά κι ο μέγιστος Ιταλός σημειολόγος και μυθιστορηματογράφος Ουμπέρτο Έκο άσκησε επίσης σκληρή κριτική, όχι τόσο στο ίδιο το παιχνίδι, όσο στην κοινωνική του λειτουργία. Στα δοκίμιά του, ο Έκο αναφέρθηκε στη «φλυαρία γύρω από το ποδόσφαιρο» (chiacchiericcio sportivo), υποστηρίζοντας ότι η διαρκής ενασχόληση των μέσων ενημέρωσης και των πολιτών με τις αθλητικές αναλύσεις λειτουργεί ως μια τεχνητή υποκατάσταση της πραγματικής πολιτικής συζήτησης, εγκλωβίζοντας τους πολίτες σε μια ψευδαίσθηση δράσης.
Αλλά είτε μέσα από το παθιασμένο βλέμμα του Παζολίνι και του Γκαλεάνο ή τον λυρισμό του Σάμπα, είτε μέσα από την υπαρξιακή αγωνία του Χάντκε και την απόλυτη άρνηση του Μπόρχες, το ποδόσφαιρο αποδεικνύεται ότι είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι όπου έντεκα παίκτες κυνηγούν μια μπάλα. Το ποδόσφαιρο, όπως μας δείχνει η φρενίτιδα του Μουντιάλ αποτελεί έναν καθρέφτη της κοινωνίας, όπου είτε το θέλουμε, είτε όχι, καθρεφτίζονται ταυτόχρονα η συλλογικότητα, η ταυτότητα, η εθνική υπερηφάνεια, αλλά και η υπερβολή, η φαντασμαγορία, η κοινωνία του θεάματος, ο κοινωνικός ανταγωνισμός κι οι ανισότητες. Είναι ένας χώρος όπου το ιερό συναντά το βέβηλο, η δόξα συναντά την ταπείνωση και η πεζότητα ή η καθημερινότητα μεταμορφώνεται, έστω και για μια στιγμή, ακόμη και μόνο για 90' σε καθαρή, ζωντανή ποίηση και πάθος. Η λογοτεχνία, αποδεικνύει πως μοιράζονται με τα παιχνίδια του ποδοσφαίρου ένα κοινό στοιχείο: αποτυπώνουν ένα γεγονός, όποιο κι εάν είναι αυτό, για πάντα στην Ιστορία.
Πηγή: ΑΠΕ / Γιώργης-Βύρων Δάβος