«Είναι ντυμένο από πάνω ως κάτω μέσα στο λευκό μετάξι, πράγμα που δημιουργεί ένα κάποιο ρίγος στην αίθουσα. Φοράει ένα λευκό μεταξωτό σακάκι με θαυμάσιο κόψιμο και από μέσα ζωνάρι, από λευκό μετάξι είναι ακόμα και τα παπούτσια του. Αλλά κάτω από το λευκό μεταξωτό παντελονάκι χτυπάνε στο μάτι τα γυμνά ποδαράκια του που είναι εντελώς σκούρα· γιατί είναι ένα αγόρι από την Ελλάδα.»
Ο μικρός ήρωας στο διήγημα αυτό του Τόμας Μαν με τίτλο «Το παιδί-θαύμα», που δημοσιεύθηκε στο χριστουγεννιάτικο ένθετο της εφημερίδας Neue Freie Presse το 1903, λέγεται Μπίμπης Σακελαφύλακας και δίνει κονσέρτο πιάνου μπροστά σε εκλεκτή ομήγυρη στο Μόναχο.
Το κονσέρτο αυτό είχε όντως δοθεί στις 22 Νοεμβρίου του 1903 στην αίθουσα Ρίχαρντ Βάγκνερ του πολυτελούς ξενοδοχείου Bayerischer Hof με την παρουσία πολλών ευγενών, μεταξύ άλλων και της πριγκίπισσας Θηρεσίας, αλλά και του Τόμας Μαν. Και το παιδί-θαύμα ήταν όντως ένα οκτάχρονο ελληνόπουλο, ο μετέπειτα διακεκριμένος πιανίστας, μουσουργός και παιδαγωγός Λυκούργος "Λώρης" Μαργαρίτης.
25 και πλέον χρόνια πριν τιμηθεί με το Νομπέλ Λογοτεχνίας ο Τόμας Μαν γράφει με ελληνική κατά κάποιον τρόπο αφορμή ένα αριστουργηματικό πεζό για τη φυσιογνωμία του καλλιτέχνη, ενός παλιάτσου με θεϊκή όμως σπίθα, για την πρόσληψη του ταλέντου, για την υποκρισία και την ειλικρίνεια. Μέσα σε δέκα όλες κι όλες σελίδες μια επιτομή της τέχνης και της κοινωνίας.
Το ταλέντο και οι άλλοι
Ο Μπίμπης που παίζει απόψε αποκλειστικά δικές του συνθέσεις είναι ένα λεπτεπίλεπτο πλάσμα με γερούς όμως, ασκημένους στο πιάνο καρπούς. Οι παριστάμενοι ξεσπούν σε επευφημίες μόλις τελειώσει το ζωηρό κομμάτι του «Ο μπούφος και τα σπουργίτια», αλλά δεν ενθουσιάζονται με το έργο «Φαντασία» που ο ίδιος θεωρεί το καλύτερό του, δεν προσέχουν καν το σημείο με το αριστοτεχνικό πέρασμα στη ντο δίεση ελάσσονα.
Τον παρακολουθεί η ρυτιδιασμένη πια πριγκίπισσα, θρονιασμένη στη βελούδινη πολυθρόνα της με τα περσικά υποπόδια από κάτω. Αλλά και όλοι οι άλλοι με τις αντιδράσεις και τις κρυφές σκέψεις τους. Ένας γέρος με καρούμπαλο στην καράφλα και εντυπωσιακό δαχτυλίδι συγχύζεται που πρέπει τώρα να ακούνε αυτόν τον πιτσιρίκο, αν και ομολογεί ότι το ταλέντο είναι τελικά θείο δώρο. Ένας έμπορος με μύτη παπαγάλου υπολογίζει όλη την ώρα τί θα αποκομίσει ο καλλιτέχνης από τα πανάκριβα εισιτήρια, αν αφαιρεθούν τα έξοδα της διοργάνωσης. Μια δασκάλα πιάνου βρίσκει τις κινήσεις των χεριών του Μπίμπη ανάγωγες και φαντάζεται να τον μάθαινε η ίδια τις σωστές με την πειθώ του χάρακα. Μια κοπέλα ονειρεύεται να φιληθεί με τον Μπίμπη, αν και ξέρει ότι είναι ανάρμοστο να φιλιέσαι μ’ ένα παιδί. Και ο κριτικός που δεν έγινε ποτέ καλλιτέχνης σκέφτεται τι επιτρέπεται να γράψει και τι όχι για τον Μπίμπη. Εν τέλει το κονσέρτο στέφεται από μεγάλη επιτυχία, ο Μπίμπης αποθεώνεται κι ενώ αυτός υποκλίνεται φέρνουν και ακουμπούν στο πιάνο του τα στεφάνια που του στέλνουν οι ευγενείς.
Το λόμπι των Ελληνίδων
Η Ημερησία των Αθηνών κάνει λόγο για θρίαμβο στην ανταπόκρισή της από το Μόναχο για την εμφάνιση του Λώρη Μαργαρίτη και θεωρεί «σπάνιον γεγονός» την αθρόα προσέλευση της αριστοκρατίας. Η αλήθεια είναι ότι είχε φροντίσει για την παρουσία των ευγενών η βαρωνίς Schrottenberg που δεν ήταν άλλη από την Ασπασία Καρπούνη, πρώην κυρία επί των τιμών της Αμαλίας. Είχε ακολουθήσει το 1862 την έκπτωτη βασίλισσα στην «εξορία», στην πατρίδα του συζύγου της Όθωνα δηλαδή. Ήδη στην Αθήνα η Ασπασία είχε διακριθεί ως «εὐθαλές ἄνθος ἐν ταῖς συναναστροφαῖς». Εμφάνιση, ήθος και καλλιέργεια ήταν προσόντα υπερεθνικά που τη βοήθησαν μετά να καλοπαντρευτεί στη Γερμανία.
Από κοντά και η ανιψιά της Αμαλία Κλάους, κόρη της Θωμαΐδος Καρπούνη και του σταφιδέμπορου Γουσταύου Κλάους, η οποία είχε στο μεταξύ προαχθεί σε βαρωνίδα von Perfall. Στο δικό της μέγαρο μάλιστα ο Λώρης εμφανίστηκε το 1904, αφού προηγουμένως είχε γίνει δεκτός και στη Βασιλική Αυλή. Σε αυτό το πλέγμα των δημοσίων σχέσεων να μην ξεχάσουμε και την παρούσα στο κονσέρτο βαρωνίδα Würzburg, δηλαδή την Ρηγγίνα Φίλωνος που ήρθε αργότερα στη Γερμανία και έγινε κυρία επί των τιμών στην υποκατάστατη αυλή που είχε δημιουργήσει προς παραμυθία της η έκπτωτη Αμαλία στη Βαμβέργη.
Και ο λογοτεχνικός Μπίμπης; Πώς αντιδρούσε σε όλα αυτά; Φερόταν απλώς σαν παιδί: «Η κυρία επί των τιμών πλησιάζει τον Μπίμπη βάσει της διαταγής που είχε· του βγάζει κάτι χνούδια και στρώνει το μεταξωτό σακάκι του, ώστε να είναι άψογος για την περίσταση, τον πιάνει από το μπράτσο, τον οδηγεί στην πριγκίπισσα και του κάνει με τη δέουσα σοβαρότητα νεύμα να φιλήσει το χέρι της Αυτής Μεγαλειότητος. „Πώς τα καταφέρνεις, παιδί μου;“ ρωτά η πριγκίπισσα. „Σου έρχονται όλα αυτά αυθόρμητα στο μυαλό μόλις κάτσεις κάτω;“ – „Oui, Madame“, απαντά ο Μπίμπης. Μέσα του όμως σκέφτεται: „Δεν μας παρατάς τώρα, γριά καρακάξα;…“ Μετά κάνει δειλά και ανάγωγα στροφή και πηγαίνει πάλι στους δικούς του.»
Πηγή: dw.com