Το κόστος που θα μπορούσαν να καταβάλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για την απόκτηση της Γροιλανδίας από τη Δανία εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 700 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τρεις πηγές που μίλησαν στο NBC.
Με τις δηλώσεις Τραμπ να κλιμακώνουν την ένταση και την Ευρώπη να αναζητά εργαλεία αντίδρασης, διπλωμάτες παραδέχονται ότι πρόκειται για τη σοβαρότερη πρόκληση στις ευρωατλαντικές σχέσεις από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με αβέβαιη έκβαση και υψηλό γεωπολιτικό κόστος.
Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιχειρούν να καταλήξουν σε μια συμφωνία για το μέλλον της Γροιλανδίας, η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει τον Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς ωστόσο να διαλύσει το ΝΑΤΟ.
Ανησυχία προκαλούν στις Βρυξέλλες οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί προσάρτησης της Γροιλανδίας, την ώρα που το ΝΑΤΟ εμφανίζεται αμήχανο απέναντι στην επιθετική ρητορική του Αμερικανού προέδρου.
Δημοσίευμα της κυριακάτικης Telegraph αποκαλύπτει ότι το Λονδίνο βρίσκεται σε συζητήσεις με Ευρωπαίους εταίρους για το ενδεχόμενο αποστολής βρετανικών στρατευμάτων, πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών στη Γροιλανδία.
Συνολικά, η διεθνής ειδησεογραφία σκιαγραφεί έναν κόσμο σε φάση μετάβασης, όπου οι θεσμοί αποδυναμώνονται, οι μεγάλες δυνάμεις δρουν ολοένα και πιο μονομερώς και η παγκόσμια τάξη μοιάζει να εισέρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένης αβεβαιότητας και συγκρούσεων.
Τα πυρηνικά όπλα παραμένουν το ισχυρότερο στρατιωτικό μέσο, καθώς είναι δύσκολο να αναχαιτιστούν, προκαλούν τεράστιες καταστροφές και έχουν σχετικά χαμηλό κόστος σε σχέση με το αποτέλεσμά τους.
Το ερώτημα, όπως τίθεται και στη νέα στρατηγική, παραμένει: τι ακριβώς θέλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και πώς σκοπεύουν να το πετύχουν χωρίς να εγκλωβιστούν ξανά σε μακροχρόνιες συγκρούσεις.
Οι Βρυξέλλες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια βαθιά αναδιάταξη του γεωπολιτικού τοπίου, καθώς οι κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ προκαλούν έντονη ανησυχία και προβληματισμό στην ηγεσία της ΕΕ.
Με την πρόσφατα εκφρασθείσα άποψη του Εμανουέλ Μακρόν τάχθηκε η πρωθυπουργός της Ιταλία, Τζόρτζια Μελόνι, δηλώνοντας ότι η Ευρώπη θα πρέπει να επαναφέρει τον διάλογο με τη Ρωσία, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι είναι «πολύ νωρίς» να τεθεί ζήτημα επανένταξης της Μόσχας στην Ομάδα των ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου.
Κεντρικός στόχος της Ευρώπης ήταν να αποτραπούν σοβαρές κρίσεις στο εσωτερικό της Συμμαχίας, αλλά και να διατηρηθεί η αμερικανική στήριξη στο ουκρανικό μέτωπο, ώστε να ανακοπούν τα ρωσικά σχέδια προσάρτησης ουκρανικών εδαφών.
H επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, δήλωσε σήμερα Πέμπτη (8/1) ότι η Eυρωπαϊκή Ένωση έχει συζητήσει ποια θα μπορούσε να είναι μια ευρωπαϊκή απάντηση, στην περίπτωση που οι απειλές των ΗΠΑ για την απόκτηση της Γροιλανδίας, ενός ημιαυτόνομου εδάφους της Δανίας, αποδειχθούν πραγματικές.
Βαθαίνει το ρήγμα στις σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης με επίκεντρο τη Γροιλανδία, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ ανεβάζει επικίνδυνα τους τόνους, επαναφέροντας ανοιχτά σενάρια ελέγχου –ακόμη και προσάρτησης– του νησιού.
Ο Γάλλος πρόεδρος προειδοποίησε ότι οι διεθνείς θεσμοί αποδυναμώνονται και ότι ο κόσμος κατευθύνεται προς ένα σύστημα όπου κυριαρχούν οι μεγάλες δυνάμεις, με διάθεση να αναδιανείμουν σφαίρες επιρροής.
Καθώς το παράθυρο ευκαιρίας για μια συντονισμένη διεθνή στρατηγική στενεύει, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη όχι μόνο με τις συνέπειες της αστάθειας στο Σαχέλ, αλλά και με μια νέα πραγματικότητα όπου κρίσιμες ζώνες ασφαλείας ελέγχονται έμμεσα από δυνάμεις με αναθεωρητικές φιλοδοξίες
Για χρόνια, η Αρκτική θεωρούνταν «εξαίρεση», προστατευμένη από κανόνες συνεργασίας και επιστημονική διπλωματία. Πλέον, ΗΠΑ, Ευρώπη, Ρωσία, Κίνα, ΝΑΤΟ, Δανία και η ίδια η Γροιλανδία συνυπάρχουν σε ελάχιστη απόσταση, με αντικρουόμενα συμφέροντα και ανισορροπία ισχύος. Η εγγύτητα δεν σημαίνει σύμπλευση, αλλά ανταγωνισμό.
Όπως επισημαίνει το Politico, στις Βρυξέλλες και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επικρατεί συναγερμός, με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να αναζητούν εσπευσμένα τρόπους για να αποτρέψουν τον Αμερικανό πρόεδρο.