Η στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε» αποτελεί διαχρονικό εργαλείο της ρωσικής πολιτικής, με στόχο τη δημιουργία ρήγματος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη και, τελικά, την αποδυνάμωση των ευρωπαϊκών κρατών. Για χρόνια, η Μόσχα επιδιώκει να υπονομεύσει τους δυτικούς θεσμούς, τους οποίους θεωρεί εμπόδιο στις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες και στην επιδίωξη επαναφοράς ενός συστήματος επιρροής τύπου Σοβιετικής Ένωσης.
Η αποδυνάμωση ή ακόμη και η διάλυση του ΝΑΤΟ υπήρξε πάγια επιδίωξη του Κρεμλίνου, η οποία επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Οι ρωσικές αρχές χρησιμοποίησαν την προοπτική περαιτέρω διεύρυνσης της Συμμαχίας ως βασικό επιχείρημα για να δικαιολογήσουν τον πόλεμο, που διαρκεί σχεδόν τέσσερα χρόνια.
Στο πλαίσιο αυτό, οι πρόσφατες εντάσεις στο εσωτερικό της Δύσης, με αφορμή τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για ενδεχόμενη κατάληψη της Γροιλανδίας και τις απειλές για δασμούς σε ευρωπαϊκές χώρες, εκλαμβάνονται από ορισμένους στη Μόσχα ως μια ευκαιρία που επιβεβαιώνει τις μακροχρόνιες ρωσικές επιδιώξεις. Όπως σχολίασε η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλλας, «η Κίνα και η Ρωσία μάλλον διασκεδάζουν», βλέποντας τους δυτικούς συμμάχους να συγκρούονται μεταξύ τους.
Επισήμως, τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα απορρίπτουν ότι έχουν εδαφικές βλέψεις στη Γροιλανδία, ενώ και οι δανικές ένοπλες δυνάμεις εκτιμούν ότι δεν υφίσταται άμεση απειλή εισβολής. Παρ’ όλα αυτά, στη ρωσική κρατική τηλεόραση, φιλοκυβερνητικοί σχολιαστές εμφανίστηκαν να πανηγυρίζουν για τις εξελίξεις, χαρακτηρίζοντας τις κινήσεις των ΗΠΑ «σοβαρό πλήγμα για το ΝΑΤΟ» και εξέλιξη που αποδυναμώνει τη δυτική συνοχή.
Στη ρωσική δημόσια συζήτηση κερδίζει έδαφος η άποψη ότι η βαθύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών στο ΝΑΤΟ και η πιθανή ρήξη στις διατλαντικές σχέσεις θα μειώσουν τη δυτική στήριξη προς την Ουκρανία, δίνοντας στη Μόσχα στρατηγικό πλεονέκτημα στο πεδίο των επιχειρήσεων. Αν και αυτό το σενάριο θα μπορούσε να αποδειχθεί δυσμενές για το Κίεβο, στο Κρεμλίνο επικρατεί προς το παρόν συγκρατημένη στάση.
Επισήμως, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ σχολίασε ότι ο Τραμπ, στο ζήτημα της Γροιλανδίας, «κινείται εκτός των κανόνων του διεθνούς δικαίου», αποφεύγοντας θριαμβολογίες. Πίσω από τις δηλώσεις, ωστόσο, η Μόσχα φαίνεται να ανησυχεί ότι ένας πιθανός αμερικανικός έλεγχος της Γροιλανδίας θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις ρωσικές ισορροπίες ισχύος στην Αρκτική.
Παράλληλα, το Κρεμλίνο παρακολουθεί με επιφύλαξη τη γενικότερη κατεύθυνση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Σε πρόσφατη ομιλία του, ο Βλαντιμίρ Πούτιν προειδοποίησε ότι οι μονομερείς ενέργειες τείνουν να αντικαθιστούν τη διπλωματία και τον διάλογο, καταγγέλλοντας την πολιτική της «επιβολής ισχύος» στη διεθνή σκηνή — σε μια έμμεση αλλά σαφή αναφορά στις ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, το δίκτυο συμμαχιών της Ρωσίας παρουσιάζει ρωγμές. Η ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, τα πλήγματα κατά του Ιράν, η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές δυνάμεις και οι πιέσεις προς την Κούβα συνιστούν, σύμφωνα με ρωσικά μέσα, διαδοχικά πλήγματα για τη γεωπολιτική επιρροή της Μόσχας.
Η Ρωσία εδώ και χρόνια αμφισβητεί ανοιχτά τη διεθνή τάξη που διαμορφώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θεωρώντας τη εργαλείο της Δύσης για τον περιορισμό των αντιπάλων της. Έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ένα σύστημα «σφαιρών επιρροής», όπου οι μεγάλες δυνάμεις καθορίζουν τις εξελίξεις στις γειτονικές τους περιοχές.
Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον φαίνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να κινείται προς μια πιο ωμή αντίληψη ισχύος μπορεί να εκληφθεί ως ιδεολογική δικαίωση για το Κρεμλίνο. Ωστόσο, η απρόβλεπτη φύση των πολιτικών Τραμπ δημιουργεί νέα αβεβαιότητα για μια ρωσική ηγεσία που είχε μάθει να λειτουργεί απέναντι σε πιο σταθερά και προβλέψιμα σχήματα εξουσίας στις ΗΠΑ.
Όπως σχολίασε χαρακτηριστικά ρωσική ταμπλόιντ, αποτυπώνοντας το κλίμα αμηχανίας στη Μόσχα, «έχουμε την αίσθηση ότι όλα διαλύονται».