Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι οι ισραηλινές επιχειρήσεις στη Συρία και στον Λίβανο αποτελούν πλέον απειλή και για την ίδια την Τουρκία δεν ήταν απλώς μία ακόμη σκληρή αντιισραηλινή τοποθέτηση. Ήταν κάτι βαθύτερο. Ήταν μια έμμεση ομολογία του τρόπου με τον οποίο η σημερινή τουρκική ηγεσία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της χώρας της στη Μέση Ανατολή.
Όταν ο Τούρκος πρόεδρος εμφανίζεται να συνδέει την ασφάλεια της Τουρκίας με τη Δαμασκό, το Χαλέπι, τη Βηρυτό ή ακόμη και την Κύπρο, δεν περιγράφει μόνο απειλές. Περιγράφει έναν γεωπολιτικό αναθεωρητισμό.
Για δεκαετίες, η κύρια δύναμη που επιδίωκε να εξάγει ιδεολογική επιρροή και να οικοδομήσει δίκτυα ένοπλων συμμάχων στη Μέση Ανατολή ήταν το Ιράν. Η Τεχεράνη επένδυσε στη Χεζμπολάχ, σε σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, στους Χούθι στην Υεμένη και σε ένα ευρύτερο δίκτυο, που έγινε γνωστό ως «Άξονας της Αντίστασης».
Όμως οι εξελίξεις των τελευταίων ετών έχουν αλλάξει σημαντικά τις ισορροπίες.
Η Χαμάς έχει υποστεί βαρύτατα πλήγματα, η Χεζμπολάχ αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις στο εσωτερικό του Λιβάνου, ενώ η ιρανική επιρροή έχει δεχθεί αλλεπάλληλα στρατηγικά πλήγματα. Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιος επιχειρεί να καλύψει το κενό που δημιουργείται.
Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται όλο και περισσότερο στην Άγκυρα. Η Τουρκία δεν επιχειρεί να διαδεχθεί το Ιράν ως σιιτική δύναμη. Επιχειρεί όμως να αναδειχθεί σε πολιτικό και γεωπολιτικό κέντρο ενός διαφορετικού χώρου: ενός δικτύου σουνιτικών ισλαμιστικών κινημάτων, οργανώσεων και πολιτικών σχηματισμών, που εκτείνονται από τη Γάζα μέχρι τη Συρία και από τη Βόρεια Αφρική μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο. Είναι ωστόσο κρίσιμο να υπογραμμιστεί, ότι αυτή η επιδίωξη δεν γίνεται σε κενό.
Η Τουρκία καλείται να διαχειριστεί τον σκεπτικισμό παραδοσιακών δυνάμεων, όπως της Σαουδικής Αραβίας και της Αιγύπτου, οι οποίες επίσης διεκδικούν τον τίτλο του ηγέτη του σουνιτικού κόσμου.
Πρόκειται για έναν σκληρό ανταγωνισμό για την περιφερειακή ηγεμονία. Αν και η Άγκυρα δεν ταυτίζεται με όλες τις μορφές ισλαμιστικού εξτρεμισμού, επιδιώκει να ασκήσει επιρροή σε ένα ευρύ φάσμα οργανώσεων και κινημάτων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν κατηγορηθεί για σχέσεις με εξτρεμιστικά δίκτυα. Ακριβώς μέσα από αυτή τη στρατηγική επιδιώκει να διευρύνει την επιρροή της στον ευρύτερο σουνιτικό χώρο.
Δεν είναι τυχαίο, ότι επί χρόνια η Άγκυρα διατηρεί στενές σχέσεις με τη Χαμάς. Η εικόνα αυτή δεν προκύπτει μόνο από τη ρητορική του Ερντογάν. Εδράζεται και σε μια μακρά πολιτική επιλογή της Άγκυρας να διατηρεί ανοικτούς διαύλους με οργανώσεις και κινήματα, που συνδέονται με τον ευρύτερο χώρο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.
Η φιλοξενία στελεχών της Χαμάς στην Τουρκία, οι επανειλημμένες επαφές της τουρκικής ηγεσίας με εκπροσώπους της οργάνωσης, οι αποκαλύψεις διεθνών ερευνητικών μέσων για το εύρος αυτών των σχέσεων, αλλά και ο ρόλος οργανώσεων όπως η IHH, που πρωταγωνίστησε στην υπόθεση του «Μαβί Μαρμαρά», συνθέτουν μια εικόνα πολύ ευρύτερη από την παραδοσιακή διπλωματική υποστήριξη προς τους Παλαιστινίους. Για την κυβέρνηση Ερντογάν, τα δίκτυα αυτά αποτελούν χρήσιμους πολλαπλασιαστές πολιτικής και ιδεολογικής επιρροής.
Παράλληλα, η Τουρκία παίζει ένα σύνθετο παιχνίδι, προσπαθώντας να ισορροπήσει αυτή την αναθεωρητική ατζέντα με την ιδιότητά της ως μέλος του ΝΑΤΟ, μια διπλή ταυτότητα που αποτελεί πλέον το κεντρικό «αγκάθι» στις σχέσεις της με τη Δύση. Ακριβώς αυτή η αντίφαση εξηγεί γιατί η Τουρκία παραμένει για τη Δύση ταυτόχρονα απαραίτητος σύμμαχος και μόνιμη πηγή ανησυχίας.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση της Συρίας. Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ δεν δημιούργησε μόνο ένα νέο γεωπολιτικό τοπίο. Δημιούργησε και μια ιστορική ευκαιρία για την Τουρκία να επεκτείνει την επιρροή της σε μια χώρα την οποία αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο ως τμήμα της δικής της στρατηγικής ζώνης.
Η ανάδειξη της νέας ηγεσίας στη Δαμασκό μετά την πτώση του Άσαντ προσφέρει στην Άγκυρα μια μοναδική δυνατότητα να επηρεάσει τη διαμόρφωση του νέου συριακού κράτους, σε βαθμό που καμία άλλη περιφερειακή δύναμη δεν διαθέτει σήμερα.
Η παρουσία της σε περιοχές της βόρειας Συρίας, οι σχέσεις της με σουνιτικές ισλαμιστικές οργανώσεις και η προσπάθεια διαμόρφωσης των νέων πολιτικών ισορροπιών δείχνουν ότι η Άγκυρα δεν ενδιαφέρεται απλώς για την ασφάλεια των συνόρων της. Επιδιώκει να διαδραματίσει ρόλο πολιτικού κηδεμόνα της μεταπολεμικής Συρίας.
Αυτή ακριβώς η στρατηγική εξηγεί και την ολοένα εντονότερη αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Για την κυβέρνηση Ερντογάν, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη Γάζα ή την τύχη των Παλαιστινίων. Αφορά το ποιος θα καθορίσει τις ισορροπίες στη νέα Μέση Ανατολή που διαμορφώνεται μετά την αποδυνάμωση του Ιράν. Το Ισραήλ επιδιώκει να αποτρέψει την ανάδυση νέων κέντρων ισλαμιστικής ισχύος στα σύνορά του.
Η Τουρκία, αντίθετα, εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως πολιτικός προστάτης δυνάμεων, που το Τελ Αβίβ θεωρεί απειλή για την ασφάλειά του. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι συγκυριακή... Είναι δομική!
Οι επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης δεν περιορίζονται στη Μέση Ανατολή. Αφορούν άμεσα και την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι αναφορές του Ερντογάν στην Ανατολική Μεσόγειο, η σύνδεση του Κυπριακού με τις περιφερειακές εξελίξεις και η προσπάθεια της Άγκυρας να εμφανιστεί ως προστάτιδα δύναμη ενός ευρύτερου ισλαμικού και γεωπολιτικού χώρου συνιστούν μέρος της ίδιας στρατηγικής αντίληψης. Πρόκειται για μια αντίληψη που συνδυάζει τον νεοοθωμανισμό, τον αναθεωρητισμό και τη θρησκευτική νομιμοποίηση της περιφερειακής ισχύος.
Η πραγματική σημασία των τελευταίων δηλώσεων Ερντογάν δεν βρίσκεται, λοιπόν, στη ρητορική κατά του Ισραήλ. Βρίσκεται στο γεγονός ότι αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Όχι ως ένα ακόμη κράτος της περιοχής, αλλά ως το κέντρο ενός ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου που εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορά της.
Και όταν μια δύναμη αρχίζει να θεωρεί τη Βηρυτό, τη Δαμασκό, το Χαλέπι ή την Ανατολική Μεσόγειο ως προέκταση της δικής της στρατηγικής γεωγραφίας, τότε δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα. Διεκδικεί το δικαίωμα να την ανασχεδιάσει σύμφωνα με τις δικές της φιλοδοξίες.
Γιατί οι μεγάλες αναθεωρητικές δυνάμεις δεν ξεκινούν από τους χάρτες. Ξεκινούν από την πεποίθηση, ότι έχουν το δικαίωμα να τους ξανασχεδιάσουν!!!