Την κρατούσα άποψη ότι ο πλανήτης οδεύει προς μια νέα, πολυπολική πραγματικότητα, όπου οι λεγόμενες μεσαίες δυνάμεις αποκτούν μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών και αυτονομίας, αμφισβητεί ευθέως ο αναλυτής Michael Beckley σε άρθρο γνώμης που φιλοξενεί το περιοδικό Foreign Affairs.
Στην ανάλυσή του, η οποία φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Ψευδαίσθηση της Μεσαίας Δύναμης», ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η έντονη κινητικότητα χωρών όπως η Ινδία, η Βραζιλία, η Ινδονησία, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία δεν αποτελεί τεκμήριο γεωπολιτικής ισχύος, αλλά αντίθετα προάγγελο αυξανόμενης ευαλωτότητας.
Κατά τον Beckley, η μεταπολεμική «χρυσή εποχή» αυτών των κρατών, η οποία τους επέτρεπε να απολαμβάνουν την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας και ταυτόχρονα να πλουτίζουν από την οικονομική άνθηση της Κίνας χωρίς να επιλέγουν στρατόπεδο, πλησιάζει στο τέλος της.
Η επιβράδυνση της παγκοσμιοποίησης, η κάμψη της ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών, οι έντονες δημογραφικές πιέσεις της υπογεννητικότητας και, κυρίως, η εργαλειοποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων και του οικονομικού καταναγκασμού από την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο, καθιστούν τη στρατηγική ουδετερότητα μια πολυτέλεια πρακτικά ανέφικτη.
Ο Beckley εξηγεί ότι η άνοδος των μεσαίων δυνάμεων μετά το 1945 δεν ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη του διεθνούς συστήματος, αλλά προϊόν δύο ιστορικών εξαιρέσεων: της αμερικανικής ηγεμονίας που προσέφερε φθηνή ασφάλεια σε χώρες όπως η Ιαπωνία, η Γερμανία και ο Καναδάς, και της ραγδαίας παγκοσμιοποίησης που ενέταξε οικονομίες όπως η Πολωνία, το Βιετνάμ και η Τουρκία στο παγκόσμιο εμπόριο.
Σήμερα, όμως, οι μεγάλες δυνάμεις επιστρέφουν στην ωμή γεωπολιτική ισχύ, χρησιμοποιώντας δασμούς, κυρώσεις και έλεγχο των πρώτων υλών για να επιβάλουν τις επιλογές τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο συντάκτης εμφανίζεται βαθιά σκεπτικιστής απέναντι στους υπάρχοντες συνασπισμούς.
Χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόν και όχι εναλλακτική της αμερικανικής ισχύος, λόγω των τεχνολογικών, ενεργειακών και στρατιωτικών της εξαρτήσεων, ενώ υποβαθμίζει το μπλοκ των BRICS σε ένα απλό φόρουμ κοινών παραπόνων, η συνοχή του οποίου ακυρώνεται από τις εσωτερικές αντιθέσεις, όπως η αντιπαλότητα Ινδίας και Κίνας.
Αντίστοιχα, και ο ASEAN παρουσιάζεται ανίκανος να λειτουργήσει ως αυτόνομος πόλος εξαιτίας των διαφορετικών στρατηγικών προτεραιοτήτων των μελών του.
Ιδιαίτερη θέση στην επιχειρηματολογία του άρθρου κατέχει η Τουρκία, η οποία προβάλλεται ως το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των ορίων που συναντά μια μεσαία δύναμη.
Ο Beckley αναγνωρίζει τη σημαντική γεωστρατηγική αξία της Άνκυρας, καθώς ο έλεγχος των Στενών της δίνει τη δυνατότητα να ρυθμίζει κρίσιμα θαλάσσια περάσματα στην Ευρασία.
Ωστόσο, σπεύδει να διευκρινίσει ότι αυτό το πλεονέκτημα προσφέρει απλώς διαπραγματευτική διακίνηση και όχι «διαρθρωτική ισχύ», δηλαδή την ικανότητα να διαμορφώνει τους κανόνες του παιχνιδιού. Ως την πιο τρανταχτή απόδειξη αυτού του περιορισμού, ο συγγραφέας επικαλείται την τουρκική αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400.
Η κίνηση αυτή, που επιχειρήθηκε ως επίδειξη στρατηγικής αυτονομίας, προκάλεσε την άμεση και σκληρή αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες απέκλεισαν την Άγκυρα από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35, αποδεικνύοντας ότι σε περιόδους οξυμένου ανταγωνισμού οι μεγάλες δυνάμεις δεν ανέχονται διφορούμενες στάσεις.
Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι οι μεσαίες δυνάμεις, περιλαμβανομένης της Τουρκίας, πρέπει να εγκαταλείψουν την αυταπάτη της απόλυτης ανεξαρτησίας. Σε ένα διεθνές περιβάλλον που πολώνεται ραγδαία, η επιλογή δεν είναι μεταξύ εξάρτησης και αυτονομίας, αλλά μεταξύ διαφορετικών μορφών εξάρτησης.
Σύμφωνα με τον Beckley, η πλάστιγγα γέρνει σαφώς προς την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες παραμένουν ο ισχυρότερος παγκόσμιος πόλος, προσφέροντας στους συμμάχους τους όχι μόνο τεχνολογία, χρηματοδότηση και αγορές, αλλά και θεσμικούς μηχανισμούς επιρροής, σε αντίθεση με την Κίνα, η οποία επιζητά σχέσεις υποταγής και προσφέρει πολύ λιγότερα ανταλλάγματα.