Το ελληνικό παράδειγμα της μετάβασης από την πολυετή κρίση στην ταχεία οικονομική ανάπτυξη μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης για τη Γερμανία, επισημαίνει σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Στην έγκριση ενός εκτεταμένου πακέτου φορολογικών ελαφρύνσεων ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ προχώρησε το γερμανικό υπουργικό συμβούλιο, θέτοντας ως στόχο την ενίσχυση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, με ιδιαίτερη μέριμνα για τις οικογένειες με παιδιά.
Ισχυρό πόλο έλξης για τις ξένες επενδύσεις συνεχίζει να αποτελεί η γερμανική οικονομία, καθώς τα στοιχεία της Bundesbank που ανέλυσε το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο (IW) της Κολωνίας δείχνουν ότι το 2025 εισέρρευσαν στη χώρα 86 δισεκατομμύρια ευρώ.
Την επαναφορά των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου ζήτησε η συμπρόεδρος της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), Αλίς Βάιντελ, υποστηρίζοντας ότι η γερμανική οικονομία έχει πληγεί σοβαρά από τη διακοπή της ενεργειακής συνεργασίας με τη Μόσχα.
Σύμφωνα με ανάλυση του περιοδικού Economist, η οικονομική αυτή ασφυξία δεν υποβαθμίζει μόνο τις δημόσιες υποδομές, αλλά εγκυμονεί και σοβαρούς πολιτικούς κινδύνους, καθώς η υποβάθμιση της καθημερινότητας των πολιτών μπορεί να λειτουργήσει ως καύσιμο για την περαιτέρω ενίσχυση της ακροδεξιάς.
Ως «μοντέλο για τη διαδικασία οικονομικού μετασχηματισμού σε εθνικό επίπεδο» υπέδειξε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς την ανατολική Γερμανία και επιχείρησε εκ νέου να εμφυσήσει αισιοδοξία στους πολίτες, αλλά και διάθεση για αποδοχή των μεταρρυθμίσεων.
Σύμφωνα με το τελευταίο πολιτικό βαρόμετρο «Deutschland Trend», το ποσοστό ικανοποίησης από την κυβέρνησή του έχει κατρακυλήσει στο 13%, καταγράφοντας το χαμηλότερο ιστορικό επίπεδο από το 1949, έτος έναρξης των σχετικών δημοσκοπήσεων στη Γερμανία.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, ο Μερτς φαίνεται να υιοθετεί μια στρατηγική μετατόπισης ευθυνών, στοχοποιώντας εξωτερικούς παράγοντες για τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αποβιομηχάνισης, η γερμανική οικονομία επιχειρεί μια ριζική στροφή: τη μετατροπή των παραδοσιακών εργοστασίων παραγωγής οχημάτων σε μονάδες πολεμικής βιομηχανίας
Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, χαρακτηρίζει «πολύ κρίσιμη» την κατάσταση σε ορισμένους τομείς της γερμανικής οικονομίας και θέτει την οικονομική ανάκαμψη ως ύψιστη προτεραιότητα της κυβέρνησής του για το 2026.
Στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων έντεκα ετών έχει φτάσει ο αριθμός των επιχειρηματικών πτωχεύσεων στη Γερμανία κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία.
Ο Μερτς αναφέρθηκε εκτενώς στα οικονομικά προβλήματα, περιγράφοντας την κατάσταση στους δήμους και στις κοινότητες ως «δραματική». Τόνισε ότι οι τοπικές αυτοδιοικήσεις κλείνουν το έτος με ένα τεράστιο έλλειμμα ύψους 30-35 δισεκατομμυρίων ευρώ.
«Συναίνεση στο εσωτερικό» για το «αναπόφευκτο των αλλαγών», ζήτησε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και επανέλαβε ότι «πρέπει να κάνουμε πολλά για να διασφαλίσουμε ότι η οικονομία μας θα ακμάσει εκ νέου», συμπεριλαμβανομένης της μεταρρύθμισης του κράτους πρόνοιας.
Μάλλον επικριτική η αποτίμηση του γερμανικού τύπου για τον προϋπολογισμό του έτους 2025 που ενέκρινε την Παρασκευή, με μεγάλη καθυστέρηση, το γερμανικό Κοινοβούλιο.
Με την ονομασία Deutschlandfonds (Ταμείο της Γερμανίας) θα σχεδιαστεί για να προσελκύσει διεθνείς επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου και οικογενειακών γραφείων.
Οι προηγούμενοι υπολογισμοί της κυβέρνησης αναφέρονταν σε έλλειμμα ύψους 144 δισεκατομμυρίων ευρώ, σύμφωνα ωστόσο με τα νέα στοιχεία που φέρνουν στο φως γερμανικά ΜΜΕ επικαλούμενα κυβερνητικές πηγές, θα ανέρχεται τελικά σε 172,1 δισεκατομμύρια.
Σε διαφορετικό πνεύμα, το Ινστιτούτο Μακροοικονομίας και Έρευνας Οικονομικού Κύκλου (ΙΜΚ) αξιολογεί τις πιθανές συνέπειες των αμερικανικών δασμών ως συγκριτικά ήπιες