Έναν χρόνο μετά την ανάληψη της καγκελαρίας στη Γερμανία, ο Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπος με πρωτοφανή φθορά, καταγράφοντας – σύμφωνα με πολιτικές αναλύσεις και δημοσκοπικές αποτυπώσεις – το χαμηλότερο επίπεδο δημοτικότητας για Γερμανό καγκελάριο εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Ο Γερμανός ηγέτης καλείται να διαχειριστεί μια σειρά από ταυτόχρονες κρίσεις: την οικονομική στασιμότητα, τις διεθνείς γεωπολιτικές πιέσεις, αλλά και τις εσωτερικές τριβές στον εύθραυστο κυβερνητικό συνασπισμό με την Αριστερά.
Η απογοήτευση αποτυπώνεται και σε πολίτες που είχαν στηρίξει τον Μερτς στις εκλογές. Η 60χρονη Ιζαμπέλα από το Βερολίνο δηλώνει ότι ψήφισε τον καγκελάριο με μεγάλες προσδοκίες για αλλαγή, ωστόσο σήμερα αισθάνεται απογοητευμένη.
«Είχα μεγάλες ελπίδες όταν εξελέγη, αλλά δυστυχώς δεν συνέβησαν πολλά. Οι τιμές ανεβαίνουν, οι επιχειρήσεις χρεοκοπούν και τα πάντα ρημάζουν – γέφυρες, δρόμοι, σχολεία. Είναι λυπηρό», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η γερμανική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, υπό την πίεση του κινεζικού ανταγωνισμού, των αμερικανικών δασμών και της γενικότερης διεθνούς αβεβαιότητας.
Ο ερευνητής του Κέντρου Ζακ Ντελόρ στο Βερολίνο, Γιαν Βέρνερτ, εκτιμά ότι ο Μερτς υποσχέθηκε περισσότερα από όσα μπορούσε να υλοποιήσει.
«Ο Μερτς διαβεβαίωνε ότι με την εκλογή του η οικονομική ανάπτυξη θα επανεκκινηθεί, ότι δεν θα χρειαστεί νέος δανεισμός και ότι οι φόροι θα μειωθούν. Μέχρι στιγμής τίποτα από αυτά δεν έχει συμβεί», σημειώνει.
Παράλληλα, οι σχέσεις με τους Σοσιαλδημοκράτες, που συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό, χαρακτηρίζονται όλο και πιο δύσκολες, προκαλώντας συνεχείς πολιτικές εντάσεις στο κοινοβούλιο.
Ο βουλευτής των Πρασίνων Μαξ Λακς υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση λειτουργεί χωρίς σαφή στρατηγική κατεύθυνση.
«Τα δύο κόμματα βρίσκονται όλο και περισσότερο σε σύγκρουση. Δεν υπάρχει ξεκάθαρη γραμμή. Ο Φρίντριχ Μερτς κυβερνά διαχειριζόμενος διαρκώς νέες κρίσεις και όχι με μια πολιτική που θα προετοιμάσει τη χώρα για τις επόμενες δεκαετίες», αναφέρει.
Το κλίμα αβεβαιότητας έχει ενισχύσει και τα σενάρια διαδοχής στο εσωτερικό της γερμανικής πολιτικής σκηνής, με αρκετά μέσα ενημέρωσης να θέτουν ήδη το ερώτημα για το ποιος θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον Μερτς.
Ο ίδιος ο καγκελάριος έχει παραδεχθεί ότι δεν γνωρίζει αν η κυβέρνησή του θα καταφέρει να παραμείνει στην εξουσία έως τη λήξη της θητείας της το 2029, γεγονός που αποτυπώνει τη ρευστότητα και την πολιτική πίεση που αντιμετωπίζει η γερμανική κυβέρνηση.