Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ξεκαθάρισε κατά τη διάρκεια του υπουργικού συμβουλίου πως η χώρα του δεν αποτέλεσε τον άμεσο στόχο της χθεσινής επίθεσης εναντίον του πλοίου μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων «San Antonio», το οποίο ανήκει στη γαλλική ναυτιλιακή εταιρεία CMA CGM.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, το βασίλειο κατέγραψε δημοσιονομικό έλλειμμα ύψους 35,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, μέγεθος που είναι σχεδόν διπλάσιο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Η ένταση στα Στενά του Ορμούζ χτυπά «κόκκινο» μετά την έναρξη της αμερικανικής επιχείρησης «Project Freedom», η οποία αποσκοπεί στην απελευθέρωση των εκατοντάδων εγκλωβισμένων πλοίων και την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας.
Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, μέσα σε μόλις 44 ημέρες από την έναρξη του πολέμου, η ΕΕ είδε το κόστος εισαγωγής ορυκτών καυσίμων να εκτοξεύεται κατά 22 δισεκατομμύρια ευρώ.
Την ώρα που ο πρόεδρος των Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Ντόναλντ Τραμπ, αναζητά διέξοδο στην κρίση με το Ιράν, το Κίνα φαίνεται να υιοθετεί στάση αναμονής, αξιοποιώντας την κατάσταση προς όφελός του. Αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο αναδεικνύεται σε έναν από τους βασικούς γεωπολιτικούς ωφελημένους της σύγκρουσης.
ΗΠΑ και Ισραήλ βρίσκονται σε φάση στενού συντονισμού για έναν ενδεχόμενο νέο γύρο αεροπορικών επιδρομών κατά του Ιράν, σύμφωνα με ισραηλινή πηγή που επικαλείται το CNN.
Ο πρόεδρος Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εκστρατεία θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Σε οριακό σημείο βρίσκεται για ακόμη μία φορά η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, καθώς οι αλληλοκατηγορίες για επιθέσεις σε πλοία αναζωπυρώνουν τους φόβους για νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.
Ως «αφόρητη» για τις ΗΠΑ περιέγραψε την κατάσταση στο Στενό του Ορμούζ ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Χ.
Σε οριακό σημείο βρίσκεται για ακόμη μία φορά η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, καθώς οι αλληλοκατηγορίες για επιθέσεις σε πλοία αναζωπυρώνουν τους φόβους για νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.
Η ένταση κορυφώθηκε όταν το αμερικανικό ναυτικό, εφαρμόζοντας την επιχείρηση «Project Freedom», συνόδευσε εμπορικά πλοία εκτός των Στενών του Ορμούζ, σπάζοντας στην πράξη τον ιρανικό αποκλεισμό.
Σε τηλεφωνική του παρέμβαση στο ABC News, ο Τραμπ χαρακτήρισε τα πρόσφατα περιστατικά ως «όχι βαριά πυρά», σημειώνοντας πως η Ουάσινγκτον βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της αξιολόγησης των δεδομένων.
Παρά την κλιμακούμενη σύγκρουση με την Τεχεράνη και τους πρόσφατους βομβαρδισμούς, η νυχτερινή ζωή της Μανάμα παραμένει ζωντανή, προσφέροντας αλκοόλ, δυτική ένδυση και διασκέδαση σε όσους αναζητούν διέξοδο από τους αυστηρούς θρησκευτικούς περιορισμούς.
Ο Αμερικανός πρεσβευτής στον ΟΗΕ, Μάικ Βαλτς, κατέστησε σαφές ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει πλέον μια ευρύτερη διεθνή συναίνεση, ευελπιστώντας να ξεπεράσει το πρόσφατο «μπλόκο» που επέβαλαν η Ρωσία και η Κίνα.
Σύμφωνα με αναλύσεις της Wall Street Journal και διεθνών ειδικών, η Τεχεράνη στόχευσε με χειρουργική ακρίβεια την κρισιμότερη «βαλβίδα αποσυμπίεσης» της παγκόσμιας ενέργειας, σε μια προσπάθεια να εξουδετερώσει τη μοναδική αξιόπιστη εναλλακτική οδό που παρακάμπτει το φλεγόμενο Στενό του Ορμούζ.
Παρά την κινητοποίηση ισχυρών μέσων από την CENTCOM, συμπεριλαμβανομένων αντιτορπιλικών, 100 αεροσκαφών και μη επανδρωμένων πλατφορμών, η συγκεκριμένη στρατηγική για την εξασφάλιση της ομαλούς κυκλοφορίας των εμπορικών πλοίων παραμένει θολή.
Σε μια συγκυρία όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες διεξάγουν έναν έντονο πόλεμο κατά του Ιράν ενώ ταυτόχρονα επικαλούνται τη «διπλωματία», η Ουάσινγκτον φαίνεται να εγκλωβίζεται σε ένα βαθύ δομικό σφάλμα στρατηγικής.
Σύμφωνα με την εκδοχή της Τεχεράνης, την οποία μεταδίδει το Al Jazeera, η ένταση ξεκίνησε όταν μονάδες του αμερικανικού ναυτικού επιχείρησαν να προσεγγίσουν τη στρατηγική δίοδο κινούμενες «αόρατα» στη Θάλασσα του Ομάν, έχοντας απενεργοποιημένα τα ραντάρ τους.
Οι ΗΠΑ προχωρούν πλέον σε αλλαγή των κανόνων εμπλοκής στα Στενά του Ορμούζ, εξέλιξη που προμηνύει κατακόρυφη αύξηση της έντασης στην περιοχή, όχι μόνο σε διπλωματικό αλλά και σε αμιγώς στρατιωτικό επίπεδο.