Ύστερα από χρόνια καχυποψίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να επαναξιολογεί τη στάση της απέναντι στην Τουρκία, αντιμετωπίζοντάς την περισσότερο ως πιθανό μέρος της λύσης και λιγότερο ως μόνιμη πηγή προβλημάτων, σημειώνει το Politico. Η μετατόπιση αυτή καταγράφεται στο φόντο των διεργασιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και ενόψει της επίσκεψης της Ευρωπαίας Επιτρόπου για τη Διεύρυνση, Μάρτα Κος, στην Άγκυρα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο δυνητικός ρόλος της Τουρκίας σε μια μεταπολεμική Ουκρανία —είτε ως ειρηνευτική δύναμη είτε ως βασικός παράγοντας ασφάλειας στη Μαύρη Θάλασσα— την καθιστά για τις Βρυξέλλες έναν αναγκαίο συνομιλητή. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή συνοδεύεται από εμφανή επιφύλαξη, καθώς η Άγκυρα κατηγορείται για σοβαρή οπισθοδρόμηση σε ζητήματα κράτους δικαίου και δημοκρατίας, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να έχει οδηγήσει στη φυλακή πολιτικούς αντιπάλους και επικριτές του καθεστώτος.
Στο πλαίσιο μιας προσπάθειας επαναπροσέγγισης, η Μάρτα Κος επισκέπτεται την Τουρκία, δηλώνοντας στο Politico ότι η ειρήνη στην Ουκρανία θα μεταβάλει τις ισορροπίες στην Ευρώπη και ιδίως στη Μαύρη Θάλασσα, όπου η Τουρκία «θα είναι ένας πολύ σημαντικός εταίρος». Όπως τόνισε, η προετοιμασία για σταθερότητα στην ήπειρο περνά και μέσα από μια πιο ισχυρή, αν και απαιτητική, εταιρική σχέση με την Άγκυρα.
Το Politico υπενθυμίζει ότι η Τουρκία διαθέτει τις δεύτερες μεγαλύτερες ένοπλες δυνάμεις στο ΝΑΤΟ και ελέγχει στρατηγικά τον Βόσπορο, γεγονός που της προσδίδει αυξημένη γεωπολιτική βαρύτητα. Παράλληλα, είχε διαδραματίσει ρόλο-κλειδί στη συμφωνία για τη μεταφορά ουκρανικών σιτηρών το 2022. Η Άγκυρα έχει επίσης δηλώσει πρόθυμη να συμμετάσχει με ειρηνευτικές δυνάμεις στην Ουκρανία, εφόσον υπάρξει συμφωνία με τη Μόσχα.
Παρά ταύτα, οι σχέσεις ΕΕ–Τουρκίας παραμένουν εύθραυστες. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις έχουν παγώσει από το 2018, ενώ οι ευρωπαϊκές εκθέσεις καταγράφουν σαφή απομάκρυνση της χώρας από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Η ίδια η Κος παραδέχεται ότι η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αποκατασταθεί χωρίς ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών και πραγματικές μεταρρυθμίσεις.
Κατά την επίσκεψή της, η Επίτροπος θα παραστεί στην υπογραφή συμφωνίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων με την Τουρκία για δάνεια 200 εκατ. ευρώ σε έργα ΑΠΕ — μια εξέλιξη με συμβολικό χαρακτήρα, αν αναλογιστεί κανείς ότι η ΕΤΕπ είχε «παγώσει» τη χρηματοδότηση το 2019 λόγω των τουρκικών γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ.
Παράλληλα, η Κομισιόν ετοιμάζεται να παρουσιάσει μελέτη για τη διασύνδεση της Τουρκίας με την Κεντρική Ευρώπη και τον Νότιο Καύκασο μέσω του λεγόμενου «Μεσαίου Διαδρόμου», σε μια ακόμη ένδειξη ότι οι Βρυξέλλες επιχειρούν μια ελεγχόμενη «επιστροφή» της Άγκυρας στο ευρωπαϊκό κάδρο.
Για την Τουρκία, πάντως, το πραγματικό ζητούμενο παραμένει η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης του 1995. Οι νέες εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με την Ινδία και τη Mercosur αφήνουν την Άγκυρα σε μειονεκτική θέση, καθώς καλείται να ανοίξει την αγορά της χωρίς να απολαμβάνει αντίστοιχα οφέλη. Ακόμη και ο φυλακισμένος δήμαρχος Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου έχει ταχθεί υπέρ του εκσυγχρονισμού της συμφωνίας, απευθύνοντας έκκληση προς την ευρωπαϊκή ηγεσία.
Ωστόσο, η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης σκοντάφτει στις αντιδράσεις Ελλάδας και Κύπρου, που ζητούν απτά δείγματα καλής θέλησης από την Άγκυρα, ιδίως σε ζητήματα γειτονίας και Κυπριακού. Μέχρι στιγμής, η τουρκική πλευρά δεν έχει δείξει διάθεση ουσιαστικών υποχωρήσεων, απορρίπτοντας ακόμη και προτάσεις χαμηλής πολιτικής έντασης, όπως το άνοιγμα λιμανιών σε κυπριακά πλοία.
Παρά τις δυσκολίες, η αναδιάταξη των διεθνών ισορροπιών αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας προσέγγισης. Όπως δήλωσε και ο Τούρκος πρέσβης στην ΕΕ, «ο κόσμος αλλάζει και οι σχέσεις Τουρκίας–ΕΕ πρέπει να προσαρμοστούν». Το αν η Άγκυρα θα επιλέξει να συνοδεύσει τη ρητορική αυτή με πράξεις, παραμένει το μεγάλο ερώτημα για τις Βρυξέλλες.