Πίσω από τις διπλωματικές χειρονομίες της Άγκυρας κρύβεται ένα συστηματικό και ανησυχητικό σχέδιο αναβίωσης της τουρκικής επιρροής στα παλαιά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η κίνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να δωρίσει στον Λιβανέζο πρωθυπουργό, Ναουάφ Σαλάμ, τα απομνημονεύματα του παππού του —ο οποίος υπηρετούσε στο οθωμανικό κοινοβούλιο— δεν ήταν απλώς μια φιλοφρόνηση. Ήταν μια συμβολική προσπάθεια του Τούρκου προέδρου να αυτοπαρουσιαστεί ως ο νόμιμος κληρονόμος των Σουλτάνων και να τοποθετήσει τη λιβανέζικη οικογένεια στη θέση του υποτελούς.
Οι επεκτατικές βλέψεις της Άγκυρας δεν περιορίζονται στον Λίβανο, αλλά εκτείνονται σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, προκαλώντας έντονες ανησυχίες.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τούρκου υπουργού Εσωτερικών, Μουσταφά Τσιφτσί, ο οποίος εξέφρασε ανοιχτά την ελπίδα του να υπηρετήσει κάποια μέρα ως κυβερνήτης της Ιερουσαλήμ, χωρίς μάλιστα να υπάρξει καμία αντίδραση από την πλευρά των Παλαιστινίων που διεκδικούν την κυριαρχία της πόλης.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία προβάλλει αμφιλεγόμενες δημογραφικές διεκδικήσεις στη Βόρεια Αφρική, με τον πρέσβη της στην Αλγερία να ισχυρίζεται ότι έως και το 20% του τοπικού πληθυσμού έχει τουρκικές ρίζες. Πρόκειται για μια ρητορική που επιχειρεί να θέσει τη χώρα υπό την πολιτική επιρροή της Άγκυρας, θυμίζοντας ιστορικά τις πρακτικές της ναζιστικής Γερμανίας ή της Ρωσίας του Πούτιν όσον αφορά τις μειονότητες εκτός των συνόρων τους.
Παράλληλα, μέσω ελεγχόμενων λογαριασμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η Τουρκία διεξάγει προπαγάνδα κατά της δυναστείας των Χασεμιτών στην Ιορδανία, παρουσιάζοντας την Αραβική Εξέγερση του 1916 ως προδοσία που έβαλε τέλος σε πέντε αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας.
Ο ίδιος ο Ερντογάν επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία, παρουσιάζοντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως έναν παράδεισο δικαιοσύνης και συμπόνιας, απαλλαγμένο από γενοκτονίες και καταπίεση. Ωστόσο, η συλλογική μνήμη των αραβικών λαών λέει μια τελείως διαφορετική ιστορία.
Η πλατεία Μαρτύρων στη Βηρυτό παραμένει αιώνιο σύμβολο αντίστασης στην οθωμανική τυραννία και στον Τζεμάλ Πασά, τον επονομαζόμενο «Σφαγέα», που εκτέλεσε Λιβανέζους πατριώτες που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους.
Αυτή η προσπάθεια παλινόρθωσης της τουρκικής ισχύος βρίσκει σήμερα έναν αναπάντεχο σύμμαχο στη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Οι ιδεολογικές ρίζες της οργάνωσης απέρριπταν ανέκαθεν τα κοσμικά, ανεξάρτητα αραβικά κράτη, προωθώντας αντίθετα την ανασύσταση του ισλαμικού Σουλτανάτου της Κωνσταντινούπολης ως ηγέτη όλων των μουσουλμάνων.
Σήμερα, με την οικονομική στήριξη του Κατάρ και την προστασία που παρέχει στην Τουρκία η ιδιότητα του μέλους του ΝΑΤΟ, η Μουσουλμανική Αδελφότητα και οι παραφυάδες της, όπως η Χαμάς, αγκαλιάζουν το όραμα του Ερντογάν, θεωρώντας το πολιτικό Ισλάμ ανώτερο από τη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία.
Για τον αραβικό κόσμο, που έδωσε σκληρούς αγώνες για να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό και σήμερα ανθίσταται στον ιρανικό επεκτατισμό, ο νεοοθωμανισμός αποτελεί μια νέα, θανάσιμη απειλή. Είναι επιτακτική ανάγκη για τα αραβικά έθνη να αναγνωρίσουν και να αναχαιτίσουν αυτόν τον κίνδυνο, υπερασπιζόμενα την ανεξαρτησία και την εθνική τους ταυτότητα.