Στις 1 Ιανουαρίου 1914 γεννήθηκε στον Πόρο ο Υποκελευστής Γεώργιος Παπαφρατζέσκος, ο «άγνωστος» ήρωας της ναυτικής εποποιίας του αντιτορπιλλικού «ΑΔΡΙΑΣ» το φθινόπωρο του 1943.
Το συγκεκριμένο περιστατικό που θα αναφέρουμε στη συνέχεια και αφορά τον ηρωικό υπαξιωματικό του «ΑΔΡΙΑ», το περιγράφει ο ίδιος ό τότε κυβερνήτης του θρυλικού αντιτορπιλλικού μας, Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας ΒΝ, μετέπειτα Αντιναύαρχος ε.α., Αρχηγός Στόλου, Υπουργός και Ακαδημαϊκός, στο βιβλίο του «Εχθρός εν όψει», στο οποίο περιγράφει τη συμμετοχή του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κάθοδό του στη Μέση Ανατολή με την περιπετειώδη αποδημία του Ελληνικού Στόλου στην Αλεξάνδρεια και την εν συνεχεία παραλαβή – ως πρώτος κυβερνήτης του – του νέου αντιτορπιλλικού «ΑΔΡΙΑΣ» κατευθείαν από τα βρετανικά ναυπηγεία και ουσιαστικώς όλη τη δράση του στη διάρκεια του Β’ΠΠ, που έμεινε ξακουστή σε όλο τον κόσμο! Επιπλέον στοιχεία και φωτογραφίες έχουν αντληθεί από το περιοδικό «Θαλασσινοί Απόηχοι» της Ενώσεως Αποστράτων Αξιωματικών Ναυτικού (ΕΑΑΝ), τεύχος 99 – Σεπτεμβρίου/Οκτωβρίου 2010, του Αντιναυάρχου ε.α. Στυλ.Πολίτη αλλά και από το διαδίκτυο.
Ο τότε Δίοπος Γεώργιος Παπαφρατζέσκος ανήκε στο αρχικό πλήρωμα παραλαβής του Α/Τ «ΑΔΡΙΑΣ», που με επικεφαλής τον Αντιπλοίαρχο Ι.Τούμπα ΒΝ, είχε μεταβεί στη Βρετανία για την παραλαβή του νεότευκτου τότε σκάφους τους από τα εκεί ναυπηγεία του Νιούκαστλ, το 1942, και ακολούθως είχε προαχθεί σε Υποκελευστή.
Στις 22 Οκτωβρίου 1943, το Α/Τ «ΑΔΡΙΑΣ», ενώ έπλεε σε αποστολή υποστηρίξεως των Συμμαχικών Δυνάμεων που επιχειρούσαν στα Δωδεκάνησα, κοντά στην Κάλυμνο, μαζί με το Βρετανικό αντιτορπιλλικό HMS “Hurworth”, το «ΑΔΡΙΑΣ», στις 21:56 το βράδυ, προσέκρουσε σε νάρκη και από την έκρηξη αποκόπηκε ολόκληρη η πλώρη του, μέχρι το ύψος της γέφυρας. Το Βρετανικό αντιτορπιλλικό έσπευσε αμέσως προς βοήθειά του και κατά την κίνησή του αυτή προσκρούσει, και αυτό, σε άλλη θαλάσσια νάρκη, σε ένα άγνωστο γερμανικό ναρκοπέδιο που είχε δημιουργηθεί το τελευταίο διάστημα.
Ο Κυβερνήτης του «ΑΔΡΙΑ», ο οποίος βρισκόταν τη στιγμή της προσκρούσεως στη γερμανική νάρκη στη γέφυρα τινάχθηκε στον αέρα, ενώ αμέσως μετά από τα αέρια της εκρήξεως, μια τρομερή πίεση, τον έσπρωξε απότομα προς τα κάτω, προς το δάπεδο της γέφυρας, χτυπώντας τον οριζόντια στο στήθος του με αυτό, ενώ τον καταπλάκωναν από πλήθος κομμάτια σιδήρου που «πετούσαν» στον αέρα από την έκρηξη! Τραυματισμένος, με πολύ σοβαρά χτυπημένο το δεξί του χέρι και αφόρητους πόνους στο στήθος του, ο Τούμπας κατάφερε με μεγάλη προσπάθεια να ανασηκωθεί και να κοιτάξει μπροστά, όπου αντί για την πλώρη του σκάφους του είδε τη…θάλασσα και ένοιωσε το ίδιο του το αίμα που είχε γεμίσει το στόμα του να τον «πνίγει»!
Παντού γύρω του ο Τούμπας είδε νεκρούς και τραυματίες, κατάφερε όμως να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του και να φωνάξει δυνατά : «Μη ξεχνάτε, πως είσθε Έλληνες !».
Σε μικρή απόσταση από τον βαριά λαβωμένο «ΑΔΡΙΑ», του οποίοι επέπλεαν τα δύο τρίτα του σκάφους από τη γέφυρα προς την πρύμνη του, το επίσης άσχημα χτυπημένο Βρετανικό αντιτορπιλλικό HMS “Hurworth”, που είχε κοπεί στα δύο, βυθίστηκε μέσα σε 15 λεπτά, με αποτέλεσμα από το πλήρωμά του να χαθούν 133 άτομα και άλλοι 85 να διασωθούν!
Πάνω στον «ΑΔΡΙΑ», ο Υποπλοίαρχος Σωτηρίου, εκείνη τη στιγμή κατέβηκε από τον κατευθυντήρα βολής τραυματισμένος. Ο Μηχανικός Γεώργιος Παπαφρατζέσκος, ο οποίος πριν μερικές ημέρες είχε προαχθεί σε Υποκελευστή, είχε δεχθεί πολύ σοβαρό χτύπημα στο αριστερό του χέρι, με αποτέλεσμα αυτό να έχει αποκοπεί ως το κόκαλο, ενώ το υπόλοιπο μέλος του είχε απομείνει κρεμόταν από το δέρμα του. Ο γενναίος Υπαξιωματικός όμως ψύχραιμος, και αφού είχε δέσει το χτυπημένο χέρι του πάνω στο σωσίβιό του, συνέχισε να εκτελεί την αποστολή του ακολουθώντας τις εντολές του κυβερνήτη του.
Μετά από ταξίδι τριών ωρών, στις 00:50 της 23ης Οκτωβρίου 1943, ο μισός «ΑΔΡΙΑΣ» διήνυσε απόσταση περίπου 16 ναυτικών μιλίων και συμφώνως με το σχέδιο του Τούμπα έφθασε και προσαιγιαλώθηκε στη αρχαία Μύνδον της Μικράς Ασίας, σημερινό Γκιουμουσλούκ.
Αμέσως μετά τη προσαιγιάλωσή του, ο Κυβερνήτης του «ΑΔΡΙΑ» συνεπικουρούμενος και από άλλα μέλη του πληρώματος, ξεκίνησε λεπτομερή εξερεύνηση του σκάφους του, αφενός για να εντοπίσει τυχόν εγκλωβισμένα μέλη του πληρώματος, αφετέρου για να έχει μία πλήρη εικόνα της καταστάσεως αυτού. Ξεκινώντας από τη μισοκατεστραμμένη γέφυρα, που τη στιγμή αυτή αποτελούσε και την «πλώρη» του σκάφους, σκύβοντας σε κάθε άνοιγμα φώναζε: «Ε! παιδιά είναι κανείς εδώ;». Κάποια στιγμή ακούει μια ξεψυχισμένη φωνή γεμάτη απόγνωση:
«Θείε Νάννο, βοήθεια»! Ήταν η φωνή του ανιψιού του Σημαιοφόρου Θεμελή, ο οποίος ήταν παγιδευμένος κάτω από συντρίμμια με σπασμένα και τα δυο του γόνατα, ο οποίος μέσα στον πόνο του και στην αγωνία του είχε ξεχάσει τις τυπικότητες του Ναυτικού! Σε λίγο εντοπίσθηκαν και άλλοι παγιδευμένοι τραυματίες και διασώθηκαν και αυτοί από το εναπομείναν πλήρωμα.
Όπως προβλέπεται ο γιατρός του σκάφους, τότε Ανθυποπλοίαρχος Καποδίστριας είχε μετατρέψει το καρέ των Υπαξιωματικών, που ήταν στο πίσω μέρος του «ΑΔΡΙΑ» και σε καλή κατάσταση, σε πρόχειρο σταθμό παροχής Πρώτων Βοηθειών, και «χειρουργείο μάχης», όπου είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι τραυματίες για να τους περιποιηθεί όσο μπορούσε.
Εκεί ο Τούμπας βλέπει έναν Καποδίστρια γεμάτο με τα αίματα των τραυματιών να κόβει με ένα κοινό ψαλίδι το αριστερό χέρι του Παπαφρατζέσκου επάνω από τον αγκώνα, χωρίς κανένα αναισθητικό, καθώς το σύνολο του ιατροφαρμακευτικού υλικού είχε καταστραφεί και απολεσθεί από την έκρηξη.
Ο Τούμπας έσκυψε πάνω από τον σοβαρά χτυπημένο Παπαφρατζέσκο, ο οποίος μόλις είχε χάσει το χέρι του με τον προαναφερθέντα τρόπο σε μία προσπάθεια να του δώσει κουράγιο, λέγοντάς του μερικά λόγια παρηγοριάς. Τότε τα μάτια όμως του γενναίου Παπαφρατζέσκου άστραψαν από την υπερένταση και την αδρεναλίνη της στιγμής και τον διακόπτει λέγοντάς του: «Δεν με νοιάζει για το χέρι μου κύριε Κυβερνήτα. Τι είναι ένα χέρι για την Πατρίδα!»
Δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Αντιπλοίαρχου Τούμπα, ο οποίος, όπως περιγράφει ο ίδιος στο βιβλίο του, έσκυψε αμίλητος και τον φίλησε στο μέτωπο, συνεχίζοντας προς τον επόμενο τραυματία.
Η συγκεκριμένη φράση του τραυματία Παπαφρατζέσκου όμως δεν επρόκειτο να λησμονηθεί ποτέ ούτε από τον Τούμπα, ούτε από το Ναυτικό μας, ούτε βεβαίως, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του από τους Έλληνες αναγνώστες!
Ο Υποκελευστής Γεώργιος Παπαφρατζέσκος ως ανάπηρος πολέμου, δεν σταμάτησε την προσφορά του στην Πατρίδα και στο Ναυτικό μας, καθώς, μετά από δικό του αίτημα, συνέχισε να πολεμά υπηρετώντας στα πλοία του Στόλου μας και όχι σε κάποια υπηρεσία ξηράς.
Τον Οκτώβριο του 1944, ο «ΑΔΡΙΑΣ», ο οποίος μετά από την θριαμβευτική επιστροφή του και κατάπλου του στο λιμάνι – βάση της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου ανήμερα του Προστάτη του Ναυτικού μας Αγίου Νικολάου, στις 6 Δεκεμβρίου 1943, είχε «δεχτεί» μία «ψευτοπρώρα», με την οποία και κατέπλευσε μαζί με τα υπόλοιπα πλοία του Ελληνικού Στόλου, καθώς και μερικών Βρετανικών, στο Σαρωνικό κόλπο, προτού καταπλεύσουν στο Ναύσταθμο Σαλαμίνος και επισκεφθούν για πρώτη φορά την μόλις απελευθερωμένη Αθήνα (12 Οκτωβρίου 1944).
Σε αυτό το ταξίδι του επανάπλου του Στόλου, πρώτο λιμάνι που σταμάτησε ήταν το νησί του Σαρωνικού, ο Πόρος, η γενέτειρα του Παπαφρατζέσκου ο οποίος είχε τιμηθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση με το «Αριστείον Ανδρείας». Εκεί οι νησιώτες υποδέχτηκαν τα νικηφόρα πληρώματα των ελληνικών πλοίων με ενθουσιασμό και μέσα σε ένα πανδαιμόνιο χαράς, εξήλθαν και κατευθύνθηκαν συντεταγμένα στη Μητρόπολη του νησιού για τη δοξολογία.
Μεταξύ αυτών και ο Αντιπλοίαρχος Ι. Τούμπας έχοντας δίπλα του, τιμητικώς, τον Ποριώτη Υποκελευστή Μηχανικό Γ. Παπαφρατζέσκο. Περνώντας έξω από το σπίτι του Υπαξιωματικού, που ήταν κοντά στη Μητρόπολη, τον βλέπει η Μάνα του Μαρία Παπαφρατζέσκου η οποία πέφτει με λαχτάρα πάνω του να τον αγκαλιάσει, φωνάζοντας: «Παιδί μου»! Καθώς τον αγκαλιάζει όμως καταλαβαίνει ότι το αριστερό μανίκι της στολής ήταν άδειο. Αμέσως ο γιός της τής λέει: «Το έχασα στον πόλεμο Μητέρα, αλλά είμαι καλά». Τότε αυτή η Ελληνίδα Μάνα, σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα με δάκρυα συγκινήσεως στα μάτια της του λέει: «Μη σε νοιάζει για το χέρι σου, γιατί τόχασες πολεμώντας για την Ελλάδα. Είμαι υπερήφανη για σένα!», όπως περήφανοι αισθάνθηκαν και όλοι όσοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες και παρακολούθησαν αυτή τη στιγμή.
Μεταπολεμικώς ο Γ. Παπαφρατζέσκος τέθηκε σε Πολεμική Διαθεσιμότητα, συνεχίζοντας τη σταδιοδρομία του στο ΠΝ, υπηρετώντας στη Σχολή Ναυτοπαίδων Πόρου. Όταν έφτασε η μέρα, κατά την οποία η Σχολή Ναυτοπαίδων, όπως ονομαζόταν τότε η σημερινή Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού, θα αποκτούσε τη δική της Πολεμική Σημαία, ο τότε Διοικητής της και βετεράνος του Β’ΠΠ Αντιπλοίαρχος Θεόδωρος Μανωλόπουλος, επέλεξε ως πρώτο Σημαιοφόρο της, στον οποίο και θα παρέδιδε την Πολεμική Σημαία της τον τότε Ανθυποπλοίαρχο Γεώργιο Παπαφρατζέσκο ΠΝ, ο οποίος, ως Υπαξιωματικός, την είχε τιμήσει εν πολέμω τόσο πολύ!
Ο Γεώργιος Παπαφρατζέσκος, αποστρατεύτηκε από το ΠΝ ως Υποπλοίαρχος και πέθανε πλήρης ημερών, το Μάρτιο του 2001, σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του – μεταξύ όλων των άλλων – και έναν γιό απόφοιτο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων τον Αντιναύαρχο ε.α. Ηλία Παπαφρατζέσκο!