Ένα νέο, αθόρυβο αλλά καθοριστικό μέτωπο ανοίγει από τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της ενέργειας, μεταβάλλοντας τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Οι πετρελαϊκοί κολοσσοί ExxonMobil και Chevron, με τη σαφή πολιτική στήριξη του Λευκού Οίκου επί Ντόναλντ Τραμπ, κινούνται δυναμικά εκτός των παραδοσιακών πεδίων δράσης τους, επιδιώκοντας πρόσβαση σε περιοχές υψηλού ρίσκου αλλά και υψηλής στρατηγικής αξίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο αμερικανικές εταιρείες στρέφονται σε χώρες όπως το Ιράκ, η Λιβύη, η Αλγερία, το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν, αμφισβητώντας ευθέως την κυριαρχία κρατικών εταιρειών και του ΟΠΕΚ. Η αλλαγή στρατηγικής ευθυγραμμίζεται με την πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Τραμπ να ενισχύσει την παγκόσμια παρουσία των αμερικανικών ενεργειακών συμφερόντων, χρησιμοποιώντας την «ενεργειακή διπλωματία» ως μοχλό γεωπολιτικής ισχύος.
Η ExxonMobil έχει ήδη αναπτύξει δραστηριότητα σε Αφρική, Μεσόγειο και Καραϊβική, με υπεράκτιες γεωτρήσεις στην Αγκόλα, παραχωρήσεις σε Αίγυπτο και Ελλάδα, αλλά και συνεργασίες στο Τρινιντάντ και Τομπάγκο. Αντίστοιχα, η Chevron εντείνει τις κινήσεις της στο Καζακστάν για το κοίτασμα Tengiz, επεκτείνει την παρουσία της στη Νότια Αμερική και αυξάνει σημαντικά τον προϋπολογισμό εξερεύνησης για τα επόμενα χρόνια, ενώ παράλληλα διεκδικεί υπεράκτια οικόπεδα στην Ελλάδα και έχει προχωρήσει σε συνεργασίες και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η στρατηγική αυτή αναδεικνύει έναν αναδιαμορφωμένο ενεργειακό χάρτη, όπου η αμερικανική επανεμφάνιση δοκιμάζει τα όρια επιρροής του ΟΠΕΚ και των ρωσικών συμφερόντων. Παρά τις επιφυλάξεις σε πολιτικά ασταθείς περιοχές, όπως η Βενεζουέλα, το γενικό στίγμα δείχνει σαφή πρόθεση επέκτασης και ανάκτησης πρωταγωνιστικού ρόλου στην παγκόσμια παραγωγή υδρογονανθράκων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η Ελλάδα, η οποία περνά πλέον από τη θεωρία στην πράξη στον τομέα της έρευνας και παραγωγής. Η Chevron αναμένεται να υπογράψει συμβάσεις για τέσσερα υπεράκτια blocks, ενώ η ExxonMobil έχει ήδη εξασφαλίσει παρουσία στο Ιόνιο μέσω συνεργασιών με ελληνικούς ενεργειακούς ομίλους. Το upstream μπαίνει για πρώτη φορά σε σαφές χρονοδιάγραμμα, ενισχύοντας τον ρόλο της χώρας στον περιφερειακό ενεργειακό σχεδιασμό.
Για την Ευρώπη, η εξέλιξη αυτή δεν μεταφράζεται άμεσα σε φθηνότερα καύσιμα, αλλά δημιουργεί ένα στρατηγικό «μαξιλάρι» ενεργειακής ασφάλειας, περιορίζοντας την εξάρτηση από παραδοσιακούς προμηθευτές και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική ισχύ της ΕΕ. Για την Αθήνα, το στοίχημα είναι διπλό: γρήγορες και καθαρές αδειοδοτήσεις, ρεαλιστικές προσδοκίες και προσεκτική γεωπολιτική διαχείριση, ώστε η αμερικανική ενεργειακή παρουσία να εξελιχθεί σε εθνικό πλεονέκτημα και όχι σε ακόμη μία χαμένη ευκαιρία.