Σε μια κρίσιμη επανεκτίμηση του στρατιωτικού της αποτυπώματος στη Μέση Ανατολή προχωρά η Κεντρική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών (CENTCOM), εξετάζοντας σοβαρά το ενδεχόμενο μεταφοράς κρίσιμων επιχειρησιακών λειτουργιών από τα κράτη του Περσικού Κόλπου προς τα δυτικά, με το Ισραήλ να προκρίνεται ως μία από τις κύριες υποψήφιες τοποθεσίες.
Η απόφαση αυτή έρχεται ως άμεση συνέπεια της πρόσφατης περιόδου συγκρούσεων με το Ιράν, κατά την οποία αποκαλύφθηκε η ευαλωτότητα των αμερικανικών βάσεων σε Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Σαουδική Αραβία έναντι των ιρανικών πυραυλικών συστημάτων και των επιθέσεων με drones.
Η ναυτική βάση των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν, η οποία επί δεκαετίες αποτελούσε τη ναυαρχίδα του αμερικανικού στόλου στην περιοχή, υπέστη εκτεταμένες ζημιές κατά τη διάρκεια των ιρανικών πληγμάτων που σημειώθηκαν από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τον Ιούνιο του 2026.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Wall Street Journal, οι ζημιές στο αρχηγείο της 5ης Ναυτικής Μοίρας, σε στρατώνες και σε υποδομές επικοινωνίας είναι σημαντικές, με το κόστος αποκατάστασης μόνο των κτιριακών εγκαταστάσεων να εκτιμάται στα 400 εκατομμύρια δολάρια. Συνολικά, περισσότερες από 20 αμερικανικές εγκαταστάσεις σε όλη την περιοχή δέχθηκαν πλήγματα, γεγονός που ανάγκασε την Ουάσιγκτον να επανεξετάσει τον σχεδιασμό της.
Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων εξετάζονται διάφορα σενάρια, όπως η αναβάθμιση και θωράκιση των υφιστάμενων βάσεων με μεταφορά κέντρων διοίκησης σε υπόγειες εγκαταστάσεις, η μείωση της παρουσίας σε Κουβέιτ και Σαουδική Αραβία, καθώς και η μετακίνηση επιχειρησιακών συστημάτων σε ισραηλινό έδαφος, με πιθανή δημιουργία νέας βάσης στην έρημο Νεγκέβ ή επέκταση ήδη υπαρχουσών αεροπορικών εγκαταστάσεων.
Η ενδεχόμενη μεταφορά στο Ισραήλ θα ενίσχυε τη διαλειτουργικότητα των δύο χωρών και θα θωράκιζε περαιτέρω το κοινό δίκτυο αεράμυνας, προσφέροντας στις ΗΠΑ μεγαλύτερη επιχειρησιακή εμβέλεια. Ωστόσο, η ιδέα δεν στερείται αντιδράσεων.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, η εκτεταμένη χρήση του αεροδρομίου Μπεν Γκουριόν από αμερικανικά αεροσκάφη προκάλεσε σημαντικές πιέσεις στις πολιτικές αεροπορικές υποδομές του Ισραήλ και απώλειες εκατομμυρίων στην εθνική οικονομία, γεγονός που δημιουργεί προβληματισμούς για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας μόνιμης αμερικανικής παρουσίας.
Παρά την έντονη συζήτηση, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι διευκρινίζουν ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση, ενώ η διαδικασία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αναθεώρησης της στρατηγικής των ΗΠΑ για την αποτροπή μελλοντικών απειλών στην ευρύτερη περιοχή.