Για περισσότερα από 200 χρόνια, το Δόγμα Μονρόε καθόρισε τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στο δυτικό ημισφαίριο. Διατυπωμένο το 1823 ως προειδοποίηση προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να μην παρεμβαίνουν στις Αμερικές, εξελίχθηκε σταδιακά σε εργαλείο αμερικανικής κυριαρχίας, επεμβάσεων και αλλαγών καθεστώτων στη Λατινική Αμερική. Όσα παρατηρούνται σήμερα, κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, δεν συνιστούν ρήξη με αυτή την παράδοση, αλλά μια πιο ακραία και απρόβλεπτη μετάλλαξή της, που πολλοί αποκαλούν πλέον «Δόγμα Ντόνροε».
Ο Τραμπ δεν επινόησε τον αμερικανικό μονομερισμό, αλλά τον απογύμνωσε από κάθε διπλωματικό φρένο, θεσμικό αντίβαρο και ηθικό μανδύα. Εκεί όπου το Δόγμα Μονρόε συνδύαζε ισχύ και στρατηγικό υπολογισμό, η νέα εκδοχή λειτουργεί με παρόρμηση, επίδειξη δύναμης και απειλές. Πρόκειται για έναν εθνικισμό χωρίς στρατηγική, για ισχύ χωρίς υπομονή και για κυριαρχία χωρίς νομιμοποίηση.
Η δεύτερη θητεία Τραμπ κατέστησε αυτή τη μετατόπιση απολύτως σαφή. Η αποχώρηση από τη Συμφωνία του Παρισιού ή τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας μοιάζει πλέον ήπια, μπροστά στην απόφαση του Λευκού Οίκου, στις 7 Ιανουαρίου 2026, να δρομολογήσει την αποχώρηση των ΗΠΑ από 66 διεθνείς οργανισμούς και πρωτοβουλίες «το συντομότερο δυνατό». Η κίνηση αυτή, βασισμένη σε προηγούμενη εκτελεστική εντολή, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον ΟΗΕ και σοβαρές ανησυχίες για νομικές και οικονομικές συνέπειες, καθώς πολλές εισφορές θεωρούνται δεσμευτικές.
Δεν επρόκειτο για απλή γραφειοκρατική αναδιάρθρωση, αλλά για ιδεολογική κατεδάφιση. Ο κατάλογος των οργανισμών που εγκαταλείπονται είναι ενδεικτικός: από τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή και διεθνείς οργανισμούς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, μέχρι φορείς που στηρίζουν τη δημοκρατία, τις εκλογικές διαδικασίες και το συνταγματικό κράτος δικαίου. Το μήνυμα ήταν σαφές: η κλιματική επιστήμη, οι δημοκρατικοί θεσμοί και η πολυμερής συνεργασία δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως πλεονεκτήματα, αλλά ως εμπόδια – ή ακόμη και ως απειλές για την εθνική ασφάλεια.
Στο πλαίσιο αυτό, οι συμμαχίες αποκτούν καθαρά συναλλακτικό χαρακτήρα. Υπάρχουν μόνο εφόσον «αποδίδουν», ενώ τα οικονομικά εργαλεία –δασμοί, κυρώσεις, εμπορικές πιέσεις– μετατρέπονται σε μέσα εξαναγκασμού. Η απρόβλεπτη συμπεριφορά δεν θεωρείται πλέον ρίσκο, αλλά στρατηγική επιλογή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η υπόθεση της Βενεζουέλας, όπου η σύλληψη του προέδρου και της πρώτης κυρίας, με πρόσχημα την εγκληματικότητα και την ασφάλεια, ερμηνεύτηκε περισσότερο ως επίδειξη ισχύος παρά ως επιχείρηση δικαιοσύνης. Το μήνυμα που εκπέμφθηκε ήταν ότι η εθνική κυριαρχία είναι υπό όρους και το διεθνές δίκαιο προαιρετικό. Αντίστοιχες απειλές επεκτάθηκαν στη Γροιλανδία, την Κούβα και την Κολομβία, γεννώντας το ερώτημα ποιος είναι τελικά ασφαλής υπό αυτό το δόγμα.
Ακόμη και η Κίνα δεν μένει εκτός κάδρου. Η αρχική ιδέα ενός κόσμου G2, με ΗΠΑ και Κίνα ως δύο πόλους, φαίνεται να υποχωρεί υπέρ μιας λογικής «G1», όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να σταθούν μόνες, χωρίς περιορισμούς. Οι πιέσεις για έλεγχο πόρων, όπως το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, αποκαλύπτουν ότι πίσω από τη ρητορική περί ασφάλειας κρύβονται σαφή υλικά συμφέροντα.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι το εσωτερικό αποτύπωμα αυτής της πολιτικής. Το Κογκρέσο ενημερώνεται εκ των υστέρων, τα δικαστήρια παραγκωνίζονται, οι θεσμοί αποδυναμώνονται και η διακυβέρνηση βασίζεται σε προεδρικά διατάγματα. Συμπεριφορές που αλλού θα χαρακτηρίζονταν αυταρχικές, στις ΗΠΑ συχνά παρουσιάζονται ως ένδειξη ισχύος – ένα δομικό, όχι τυχαίο, διπλό μέτρο.
Το ερώτημα που αναδύεται είναι αν η αλλαγή καθεστώτων επιστρέφει πλέον ως ρητή αμερικανική πολιτική, όχι στο όνομα κάποιας στρατηγικής, αλλά ως προσωπική επιλογή του εκάστοτε προέδρου. Από το Δόγμα Μονρόε στο «Δόγμα Ντόνροε», ο κόσμος μοιάζει να απομακρύνεται από μια τάξη βασισμένη σε κανόνες και να επιστρέφει σε μια ωμή ιεραρχία ισχύος.
Σε έναν πλανήτη με πυρηνικά όπλα, κλιματική κρίση και βαθιές ανισότητες, αυτή η πορεία δεν είναι απλώς επικίνδυνη, αλλά υπαρξιακή απειλή. Και ενώ όλα γίνονται στο όνομα του «America First», το αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι μια Αμερική πιο απομονωμένη, λιγότερο αξιόπιστη και περισσότερο φοβιστική παρά σεβαστή. Ένα σύστημα τόσο εύθραυστο, προειδοποιούν οι αναλυτές, δύσκολα θα σπάσει αθόρυβα.