Με μια συμβολική όσο και ουσιαστική τοποθέτηση, ο Βρετανός υπουργός Άμυνας, Τζον Χίλι, εξέφρασε την επιθυμία του να γίνει ο πρώτος αξιωματούχος που θα στείλει βρετανικές δυνάμεις στην Ουκρανία, θέτοντας ως ορόσημο το 2026 για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Σε άρθρο του στην εφημερίδα Telegraph, λίγο πριν την τέταρτη επέτειο της ρωσικής εισβολής, ο Χίλι διευκρίνισε ότι η ανάπτυξη στρατευμάτων δεν αφορά τη συνέχιση των μαχών, αλλά θα αποτελέσει το επιστέγασμα μιας επιτυχούς ειρηνευτικής συμφωνίας που θα διασφαλίζει μια κυρίαρχη και ισχυρή Ουκρανία στην καρδιά μιας ασφαλούς Ευρώπης.
Η «Συμμαχία των Προθύμων» και η στρατιωτική βοήθεια
Η Μεγάλη Βρετανία, σε στενή συνεργασία με τη Γαλλία, ηγείται των διαβουλεύσεων για τη συγκρότηση της λεγόμενης «Συμμαχίας των Προθύμων». Πρόκειται για μια ομάδα χωρών που είναι έτοιμες να αναπτύξουν ειρηνευτικές δυνάμεις στο πεδίο, εφόσον επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός. Παράλληλα με τις διπλωματικές κινήσεις, η πίεση προς τη Μόσχα εντείνεται, καθώς οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ και η Ομάδα Επαφής για την Ουκρανία δεσμεύτηκαν πρόσφατα για ένα νέο πακέτο στρατιωτικής υποστήριξης ύψους 35 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο θα συνοδευτεί από αυστηρότερες κυρώσεις και περιορισμούς στον ρωσικό «σκιώδη στόλο».
Πολιτικές πιέσεις και αποφασιστικότητα
Η παρέμβαση του Χίλι ευθυγραμμίζεται εν μέρει με τις πρόσφατες εκκλήσεις του πρώην πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της άμεσης αποστολής μη μάχιμων στρατευμάτων ως ένδειξη δυτικής αποφασιστικότητας. Ο Βρετανός υπουργός υπογράμμισε ότι η βούληση του ουκρανικού λαού παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας που υποτίμησε ο Βλαντίμιρ Πούτιν, τονίζοντας ότι η δέσμευση των Ενόπλων Δυνάμεων σε τέτοιες επιχειρήσεις αποτελεί το μέγιστο καθήκον ευθύνης για κάθε κυβέρνηση που επιδιώκει τη σταθερότητα στη διεθνή σκηνή.