Μετά από έξι εβδομάδες πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν προσανατολίζονται σε μια συνάντηση υψηλού επιπέδου στο Ισλαμαμπάντ, η οποία, εφόσον πραγματοποιηθεί, θα αποτελεί την πλέον σημαντική επαφή μεταξύ των δύο πλευρών από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας το 1979.
Της αμερικανικής αντιπροσωπείας ηγείται ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ενώ από την πλευρά του Ιράν επικεφαλής είναι ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια ενδεχόμενη νέα φάση στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, σε μια περίοδο όπου οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζονται και η εκεχειρία παραμένει εύθραυστη.
Το μοναδικό προηγούμενο άμεσων διαπραγματεύσεων σε υψηλό επίπεδο εντοπίζεται στη δεύτερη θητεία του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, όταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι είχε σειρά επαφών με τον Ιρανό ομόλογό του Τζαβάντ Ζαρίφ, στο πλαίσιο των συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Η ατζέντα της επικείμενης συνάντησης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε ανακοινώσει κατάπαυση του πυρός διάρκειας δύο εβδομάδων, προκειμένου να δημιουργηθεί το πλαίσιο των συνομιλιών. Ωστόσο, η εκεχειρία αποδεικνύεται ιδιαίτερα εύθραυστη, καθώς η βασική προϋπόθεση της αμερικανικής πλευράς για πλήρες και ασφαλές άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ δεν έχει υλοποιηθεί, ενώ η Τεχεράνη επιμένει ότι η συμφωνία πρέπει να επεκταθεί και στον Λίβανο.
Διπλωματικοί αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς την αποτελεσματικότητα της συνάντησης, καθώς δεν διαφαίνεται ουσιαστική σύγκλιση μεταξύ των δύο πλευρών. Εκτιμάται ότι οι διαπραγματεύσεις θα είναι χρονοβόρες και περίπλοκες, χωρίς άμεσα απτά αποτελέσματα. Ωστόσο, το διακύβευμα παραμένει υψηλό, κυρίως σε συμβολικό επίπεδο, με πιθανές θετικές αλλά και αρνητικές συνέπειες.
Από την οπτική των Ηνωμένων Πολιτειών, η στρατιωτική και βιομηχανική βάση του Ιράν έχει υποστεί σημαντική αποδυνάμωση, ενώ οι απώλειες σε επίπεδο ηγεσίας ενδέχεται να επηρεάσουν την εσωτερική συνοχή και την ικανότητα προβολής ισχύος εκτός συνόρων.
Αντίθετα, η ιρανική πλευρά θεωρεί ότι οι απώλειές της είναι διαχειρίσιμες και εκτιμά ότι διατηρεί στρατηγικό πλεονέκτημα μέσω του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ, ενός κρίσιμου σημείου για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και την παγκόσμια οικονομία. Η δυνατότητα αυτή, σύμφωνα με αναλυτές, λειτουργεί ως ισχυρό εργαλείο αποτροπής, ενδεχομένως ακόμη και ισχυρότερο από ένα πυρηνικό οπλοστάσιο.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη συμβολική διάσταση της συνάντησης, καθώς μια δημόσια επαφή μεταξύ του Τζέι Ντι Βανς και της νέας ιρανικής ηγεσίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμμεση αναγνώριση της νέας στρατηγικής πραγματικότητας στην περιοχή.
Το ενδεχόμενο αυτό συνδέεται και με την άρση ενός διαχρονικού διπλωματικού «ταμπού». Από το 1979, η Τεχεράνη απέφευγε συστηματικά απευθείας επαφές σε τόσο υψηλό επίπεδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, προβάλλοντας τη θέση της περί πολιτικής και ιδεολογικής απόστασης από την Ουάσινγκτον. Παρότι κατά το παρελθόν τόσο ο Μπαράκ Ομπάμα όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ είχαν εκφράσει προθυμία για απευθείας συνάντηση με Ιρανούς ηγέτες, η ιρανική πλευρά δεν είχε ανταποκριθεί.
Η πιθανή συνάντηση με τον Βανς, σε συνδυασμό με τις πρόσφατες εξελίξεις, ενδέχεται να επηρεάσει και την εσωτερική πολιτική δυναμική στο Ιράν, με αναλυτές να επισημαίνουν ότι θα μπορούσε να ενισχύσει τις εσωτερικές αντιθέσεις εντός της νέας ηγεσίας.
Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, το Ιράν αναμένεται να αξιοποιήσει ως βασικό διαπραγματευτικό χαρτί τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμηνύουν ότι διατηρούν ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην περιοχή και ότι ο μονομερής έλεγχος του περάσματος δεν μπορεί να αποτελέσει βάση συμφωνίας.
Οι επαφές στο Ισλαμαμπάντ πραγματοποιούνται, συνεπώς, σε ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον, με αβέβαιη έκβαση αλλά με ιδιαίτερα υψηλό γεωπολιτικό βάρος.
Πηγή: CNN